Ένα πολυσυζητημένο δυστύχημα, η ταξική διάστασή του κι ο ντετερμινισμός…

Ξέρω, ξέρω τι θα πείτε. Πάει καιρός από τότε, περσινά ξινά σταφύλια, αλλά τι να κάνουμε, έχουμε και δουλειές και δεν είμαι επαγγελματίας μπλόγκερ να μην κάνω τίποτε άλλο από το να γράφω σεντόνια κάθε μέρα. Αποφάσισα τελικά να καταπιαστώ με το δυστύχημα του Βακάκη και να γράψω κι εγώ την αποψάρα μου. Ας δούμε λίγο τα πράγματα από την αρχή…

Οι σκηνές του δυστυχήματος που προκάλεσε ο 23χρονος Γιώργος Βακάκης, διάδοχος της εγχώριας αυτοκρατορίας εμπορίου παιχνιδιών (και όχι μόνο…) Jumbo μας είναι πια πασίγνωστες, αν και πολύ αμφιβάλλω – κρίνοντας εξ όσων ζω κάθε μέρα από ιδιοκτήτες γερμανικών (über alles) αυτοκινήτων «γοήτρου» – αν έχουμε διδαχθεί τίποτα. Το δυστύχημα αυτό έγινε θρύλος – για πόσο άραγε; – για δυο βασικούς λόγους:

  1. Για το «πιασάρικο» ταξικό στοιχείο που ενέχει – και πείτε ό,τι θέλετε. Πλούσιος, γόνος μεγάλης επιχειρηματικής οικογένειας, οδηγούσε εντελώς ανεύθυνα και εντελώς πέραν των ικανοτήτων του και προκάλεσε το χαμό το δικό του, ενός φίλου του, και μιας – πολύ χαμηλότερης οικονομικής και κοινωνικής τάξης – μάνας με το παιδί της.
  2. Για το γεγονός ότι το συμβάν καταγράφηκε στις κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας και δημοσιοποιήθηκε όπως εκτυλίχθηκε. Όλοι είδαμε τι έγινε και πώς έγινε και το καταγεγραμμένο υλικό της κάμερας διαχείρισης κυκλοφορίας είναι πιο ανατριχιαστικό κι από τα πιο «σκληρά» επεισόδια του Mayday.

Κάθε φορά που γίνεται ένα σοβαρό τροχαίο, εμφανίζεται στα κανάλια ο βετεράνος οδηγός αγώνων Τάσος «Ιαβέρης» Μαρκουίζος, ο οποίος αποτυπώνει με περίσσια οργή και αρκετή ενάργεια παθογένειες και κακές συμπεριφορές των Ελλήνων οδηγών, οι οποίες μας οδηγούν στο να έχουμε έναν από τους χειρότερους δείκτες οδικής ασφάλειας στην Ευρώπη. Επειδή δε μου αρέσει να μιλάω χωρίς πηγές και χωρίς πραγματικά στοιχεία κι επειδή δεν μου αρέσουν τα «alternative facts», παραθέτω από την ιστοσελίδα της Τροχαίας ορισμένα στατιστικά για τα πρόσφατα έτη:

  1. 2008: 1414 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 1542 σοβαρά. Θύματα: 1550 νεκροί, 1886 βαριά τραυματίες.
  2. 2009: 1314 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 1389 σοβαρά. Θύματα: 1463 νεκροί, 1669 βαριά τραυματίες.
  3. 2010: 1162 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 1454 σοβαρά. Θύματα: 1281 νεκροί, 1754 βαριά τραυματίες. (Πηγή: Συγκριτικά στοιχεία θανατηφόρων, σοβαρών, ελαφρών τροχαίων ατυχημάτων από το έτος 2000 έως και το 2010)
  4. 2011: 1011 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 1397 σοβαρά. Θύματα: 1091 νεκροί, 1675 βαριά τραυματίες. (Πηγή: Συγκριτικός πίνακας τροχαίων ατυχημάτων & παθόντων (Επικράτεια) για τα έτη 2010-2011)
  5. 2012: 899 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 1189 σοβαρά. Θύματα: 976 νεκροί, 1443 βαριά τραυματίες. (Πηγή: Συγκριτικός πίνακας τροχαίων ατυχημάτων & παθόντων (Επικράτεια) για τα έτη 2011-2012)
  6. 2013: 799 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 1114 σοβαρά. Θύματα: 861 νεκροί, 1326 βαριά τραυματίες. (Πηγή: Συγκριτικός πίνακας τροχαίων ατυχημάτων & παθόντων (Επικράτεια) για τα έτη 2012-2013)
  7. 2014: 747 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 895 σοβαρά. Θύματα: 801 νεκροί, 1068 βαριά τραυματίες. (Πηγή: Στατιστικά στοιχεία Τροχαίας 2014) – Σημειώνω ότι σε αυτή τη σελίδα η Τροχαία δίνει για το 2013 802 θανατηφόρα τροχαία και 1107 σοβαρά, καθώς και 865 νεκρούς και 1315 βαριά τραυματίες.
  8. 2015: 739 θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, 924 σοβαρά. Θύματα: 789 νεκροί, 1068 βαριά τραυματίες. (Πηγή: Στατιστικά στοιχεία Τροχαίας 2015) – Σημειώνω ότι σε αυτή τη σελίδα η Τροχαία δίνει για το 2014 744 θανατηφόρα τροχαία, με τα σοβαρά να παραμένουν αμετάβλητα στα 895, καθώς και 798 νεκρούς και 1315 βαριά τραυματίες.

Σαφώς, τα στοιχεία αυτά για τα έτη 2008-2015 απέχουν σημαντικά από τα νούμερα που δίνουν τα ΜΜΕ. Να δούμε λίγο τα στατιστικά στοιχεία:

Μέσοι όροι:

  1. Θανατηφόρα τροχαία: 1011 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό)
  2. Σοβαρά τροχαία: 1237 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό)
  3. Νεκροί: 1102 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό – στα έτη για τα οποία υπήρξε διαφορά μεταξύ των προγενέστερων και μεταγενέστερων τιμών χρησιμοποίησα, με επιφύλαξη, τις τελικές, αναθεωρημένες).
  4. Βαριά τραυματίες: 1516 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό – στα έτη για τα οποία υπήρξε διαφορά μεταξύ των προγενέστερων και μεταγενέστερων τιμών χρησιμοποίησα, με επιφύλαξη, τις τελικές, αναθεωρημένες τιμές).

Διάμεσοι (medians):

  1. Θανατηφόρα τροχαία: 955 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό)
  2. Σοβαρά τροχαία: 1289 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό)
  3. Νεκροί: 1034 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό – στα έτη για τα οποία υπήρξε διαφορά μεταξύ των προγενέστερων και μεταγενέστερων τιμών χρησιμοποίησα, με επιφύλαξη, τις τελικές, αναθεωρημένες τιμές)
  4. Βαριά τραυματίες: 1556 (με στρογγυλοποίηση στον πλησιέστερο ακέραιο αριθμό – στα έτη για τα οποία υπήρξε διαφορά μεταξύ των προγενέστερων και μεταγενέστερων τιμών χρησιμοποίησα, με επιφύλαξη, τις τελικές, αναθεωρημένες τιμές)

Αν και είναι σαφής η φθίνουσα τάση του αριθμού των τροχαίων ατυχημάτων, και ειδικά των θανατηφόρων, αυτή δε μπορεί να αποδοθεί σε δραστική και εμφανή βελτίωση της οδηγικής μας συμπεριφοράς, όσο κι αν σίγουρα οι νεότερες γενιές οδηγούν καλύτερα από τις παλιότερες.  Μάλλον θα έπρεπε να αποδοθεί στη μείωση της χρήσης των ΙΧ αυτοκινήτων για μεγάλες διαδρομές (π.χ. Εθνική Οδός) λόγω των παράλογα υψηλών τιμών των καυσίμων και των παράλογα υψηλών και παράλογα συχνών διοδίων που μείωσαν δραστικά την κίνηση στην Εθνική Οδό. Επίσης, οφείλω να επισημάνω ότι, αν εξαιρέσουμε ορισμένες κακοτεχνίες και το πάντα τρομακτικό πέρασμα των Τεμπών, η Εθνική Οδός Αθηνών-Θεσσαλονίκης είναι πλέον απείρως ασφαλέστερη από το σφαγείο που γνώρισα σαν παιδί και που μου χάρισε ήδη από τα μικρά μου χρόνια ορισμένες φρικιαστικές εικόνες που τυπώθηκαν για πάντα με πυρωμένο σίδερο στο μυαλό μου. Τέλος, και θα το εξηγήσω παρακάτω αυτό, τα σημερινά αυτοκίνητα – κι ας γκρινιάζουν οι συντάκτες των αυτοκινητιστικών περιοδικών για τους «ηλεκτρονικούς φύλακες-αγγέλους» – είναι πολύ ασφαλέστερα για κάθε οδηγό από αυτά που κυκλοφορούσαν πριν από είκοσι χρόνια, τόσο σε ό,τι αφορά την πρόληψη και αποτροπή του ατυχήματος, όσο και σε ό,τι αφορά το πώς συμπεριφέρονται κατά τη διάρκειά του.

Παρόλα αυτά, το κόστος (νοσηλευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό) παραμένει δυσβάσταχτο. Μέσα σε οχτώ μόλις έτη, η χώρα έχασε 8813 ανθρώπους, ενώ από τους βαριά τραυματίες άγνωστο είναι πόσοι τελικά έμειναν ανάπηροι.

Ξέπλυμα μέσω της κοινοτοπίας της «έλλειψης παιδείας»

Ειλικρινά, αν είχα ένα μονάχα δεκάλεπτο του ευρώ για κάθε φορά που κάποιος  από τους πάμπολλους επαγγελματίες τεθλιμμένους σχολιαστές αποδίδει ένα δυσμενές συμβάν (από δασική πυρκαγιά μέχρι τροχαίο δυστύχημα) έλλειμμα Παιδείας, τώρα θα ήμουν πάμπλουτος. Είναι μια πανεύκολη, μοιρολατρική, τετριμμένη διαπίστωση, γενικόλογη που τα σκεπάζει όλα και μας απαλλάσσει από το βραχνά του ν’ ασχοληθούμε με την ουσιαστική διερεύνηση των αιτίων του συμβάντος. «Δεν έχουμε παιδεία» λέμε, και καθαρίζουμε, αποδεχόμενοι την αβελτηρία, καθώς δε μιλάμε ποτέ για εσφαλμένες ενέργειες, για μη τήρηση βασικών κανόνων ασφαλείας, δεν αποδίδουμε συγκεκριμένα ευθύνες, δεν επιδιώκουμε τη διόρθωση των λαθών.

Αν ως «παιδεία» εννοούμε το να είσαι «καλό και σεβαστικό» παιδί, λυπάμαι που θα σας στενοχωρήσω, αλλά μπορείς να είσαι ο καλύτερος στην παρέα σου, να είσαι πολύ αγαπητός, να φέρεσαι υπέροχα στους μεγαλύτερους από σένα και στους συναδέλφους σου, αλλά, όταν βγαίνεις στο δρόμο, να είσαι δημόσιος κίνδυνος. Δείτε, για παράδειγμα, τον Παντελή Παντελίδη: Μπορεί να ήταν μια χαρά παιδί, πρόσχαρος, καλόκαρδος κ.ο.κ., αλλά βγήκε να οδηγήσει υπό την επήρεια αλκοόλ, ξενυχτισμένος, κουρασμένος και υπερεκτίμησε επίσης τις δυνατότητές του και αυτές του συστήματος όχημα-δρόμος – κι ας λένε οι θαυμαστές και οι συγγενείς του ό,τι θέλουν. Κι εδώ είναι που πραγματικά δείχνουμε έναν απίστευτο στρουθοκαμηλισμό: Πάμε να αθωώσουμε αυτόν που προκάλεσε το συμβάν μόνο και μόνο επειδή μας είναι συμπαθής ή επειδή είναι συγγενής μας. Και για να το κάνουμε, επιλέγουμε να πούμε ό,τι απίστευτη κοτσάνα μπορεί να φανταστεί κανείς: από το «δεν οδηγούσε αυτός» μέχρι «δεν έτρεχε και δεν του άρεσε η ταχύτητα» (κι ας πήγαινε μεθυσμένος με 150 σε σημείο που και τα 80 είναι πολλά κι ας είχε ιστορικό προτίμησης σε σπορ αμάξια).

Ομοίως και για τον Γιώργο Βακάκη. Ένα πρόσφατο βίντεο που δείχνει συνέντευξη ενός φίλου του με δημοσιογράφο, στην οποία ο φίλος λέει ότι ο νεαρός Βακάκης δεν ήταν γκαζοφονιάς απλά είναι προσβολή στη νοημοσύνη μας. Το ρημάδι το βίντεο το είδαμε. Το αυτοκίνητο μπήκε στο πάρκινγκ με ταχύτητα κοντά στα 200 χλμ/ώρα (σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα, η ταχύτητα πρόσκρουσης στο Honda ήταν 198 χλμ/ώρα). Με το πλάι. Έχοντας ήδη φέρει τετ-α-κε, που σημαίνει ότι έχασε τον έλεγχο με πολύ υψηλότερη ταχύτητα. Μπορεί 280, μπορεί 290, μπορεί 300 χλμ/ώρα. Δεν πας με 300 χλμ/ώρα στην Εθνική αν δε γουστάρεις την ταχύτητα, κι εδώ δε σας μιλάει κανένας αναμάρτητος. Κι εμένα μου αρέσει η γρήγορη ή, έστω, σβέλτη οδήγηση και στο παρελθόν τα αυτοκίνητα που είχα τα οδηγούσα όσο γρήγορα μου επέτρεπαν οι δυνατότητές τους και τα χέρια μου. Κι ακόμα και τώρα ξέρω ότι το γκάζι είναι γλυκό, είναι πειρασμός. Έχω κάνει τις μαλακίες μου, έχω πάθει κι εγώ κάποια ατυχήματα και, παρόλα αυτά, ζω για να τα διηγούμαι και είμαι – ευτυχώς – αρτιμελής.

Ας είμαστε ειλικρινείς επιτέλους με τους εαυτούς μας: Ένας οδηγός 23 χρονών δεν είναι σε καμία περίπτωση ο κατασταλαγμένος, ώριμος οδηγός που λειτουργεί με γνώμονα την ελαχιστοποίηση του κινδύνου. Το ξέρω από προσωπική εμπειρία, το ξέρω από τον εαυτό μου, από τους φίλους μου, όπως το ξέρετε κι εσείς, κι ας τρέφεστε με αυταπάτες: Ο τυπικός 23χρονος οδηγός πάει γυρεύοντας και οδηγεί με άγνοια κινδύνου, και με την τεστοστερόνη να κοντεύει να σπάσει τις φλέβες στους κροτάφους του. Ο νεαρός, ο,τι κι αν ειπώθηκε εκ των υστέρων, γούσταρε να πηγαίνει μαλλιοκούβαρα κι έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι κι ο συνοδηγός του τον ενθάρρυνε, όπως έχω κάθε λόγο να υποψιάζομαι ότι διεξαγόταν αυτοσχέδιος αγώνας με άλλο, αντίστοιχων επιδόσεων, αυτοκίνητο. Λέω ότι γούσταρε να πηγαίνει μαλλιοκούβαρα, γιατί προφανώς γουστάρεις τις πολύ υψηλές ταχύτητες για να πας με 200+ στην Εθνική και προφανώς γουστάρεις την ταχύτητα όταν λες «α, με ποιο αμάξι της οικογένειας θα πάω στην Αράχωβα; Θα πάρω την Porsche».

Προφανώς, ο 23χρονος ήταν νομικά, σωματικά κ.ο.κ. ενήλικος, άρα 100000% υπεύθυνος για τις πράξεις του, αλλά και η οικογένειά του έπρεπε κι αυτή να έχει κάποια συναίσθηση του τι μεγαλώνει και τι του δίνει στα χέρια. Το να δίνεις σε έναν ξαναμμένο 20something νεαρό άνδρα ένα τέρας 480-550 ίππων, το οποίο μάλιστα, όπως όλα δείχνουν, είχε γερασμένα λάστιχα και πιθανώς με λάθος πιέσεις, δεν δείχνει ιδιαίτερη σοφία, εξυπνάδα κι υπευθυνότητα.

Περί ελαστικών

Τι έλεγα πριν; Α ναι. Για τα λάστιχα. Όπως λένε τα ρεπορτάζ, το αυτοκίνητο φορούσε γερασμένα χειμερινά λάστιχα. Ας δούμε ένα χειμερινό σπορ ελαστικό από την Continental, το WinterContact TS 810 Sport. Αν σκρολάρετε αρκετά προς τα κάτω, θα δείτε ότι, για διάμετρο ζάντας 19 ιντσών, που είναι το «στάνταρ» για τα σημερινά supercars, ο δείκτης ταχύτητας είναι V, δηλαδή μέγιστη ταχύτητα 240 χλμ/ώρα. H δε Michelin προσφέρει το Pilot Alpin με δείκτη W (270 χλμ/ώρα). Βέβαια, επειδή γενικά μιλάμε χωρίς να ξέρουμε τι λέμε, πρέπει εδώ να επισημάνω το εξής ενοχλητικό:

It is important to note that speed ratings only apply to tires that have not been damaged, altered, under-inflated or overloaded. Additionally, most tire manufacturers maintain that a tire that has been cut or punctured no longer retains the tire manufacturer’s original speed rating, even after being repaired because the tire manufacturer can’t control the quality of the repair.

Δηλαδή, με απλά λόγια: Ναι, τα λάστιχα μπορεί να είχαν δείκτη V ή ακόμα και W. Αλλά, αν το ελαστικό είναι παλιό, ξερό, φθαρμένο, ταλαιπωρημένο, επισκευασμένο (π.χ. βουλκάνισμα μετά από τρύπημα ή – ακόμα χειρότερα – να έχει υποστεί αναγόμωση), αν έχει χάσει αέρα, αν έχει υπερβολικά πολύ φορτίο επάνω του – αν συμβαίνει ο,τιδήποτε από αυτά, ο δείκτης ταχύτητας του κατασκευαστή παύει να ισχύει και το λάστιχο πρέπει να θεωρείται ως υποβαθμισμένων επιδόσεων, άρα και η οδήγησή σας πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα. Αυτό προφανώς δεν έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση και, όπως όλα δείχνουν, τα γερασμένα λάστιχα δεν άντεξαν και πρόδωσαν τον οδηγό, με τα γνωστά αποτελέσματα. Φταίει ο κατασκευαστής των ελαστικών; ΟΧΙ. Σε καμία περίπτωση. Κατ’ αρχάς, οι ίδιοι οι κατασκευαστές ελαστικών δεν συνιστούν να χρησιμοποιείτε τα λάστιχά τους σε ταχύτητες άνω των επίσημων ορίων ταχύτητας, ούτε και σε αυτοσχέδιους αγώνες. Δεύτερον, τα είπαμε: παλιό, φθαρμένο ελαστικό. Ενδεχομένως με λάθος πίεση, δηλαδή χαμηλότερη της προτεινόμενης. Εξωφρενικά υψηλή ταχύτητα. Τι σημαίνουν αυτά; Υπερθέρμανση του ελαστικού και καταστροφή του, με συνέπεια επαφή της ζάντας με το οδόστρωμα και πλήρη, οριστική απώλεια ελέγχου.

Όπως ακριβώς γινόταν με τα Ford Explorer και, πολύ πριν από αυτά, με τα Chevrolet Corvair, που, επειδή ήταν κακοστημένα (τα Explorer δεν ήταν τίποτε άλλο παρά απηρχαιωμένα αγροτικά με ψιλοπολυτελές σαλόνι) και τούμπαραν με τις μπροστινές κολόνες να καταρρέουν και να αποκεφαλίζουν τους μπροστινούς επιβάτες (τα πρώτα) ή ντελαπάρανε για πλάκα (τα δεύτερα), οι αυτοκινητοβιομηχανίες προσπάθησαν να επιβραδύνουν τους οδηγούς των αυτοκινήτων συστήνοντας πιέσεις για τα μπροστινά ελαστικά πολύ χαμηλότερες των προτεινόμενων από τον κατασκευαστή του ελαστικού. Στη μεν περίπτωση του Corvair έπεσε το απαραίτητο κράξιμο από τον «κινδυνολόγο» Ralph Nader που πολύ σωστά επεσήμανε τις τσιπιές και τις κουτοπονηριές της General Motors, στη δε περίπτωση της Ford, αποδιοπομπαίος τράγος έγινε ο προμηθευτής των ελαστικών, η Firestone. Έχοντας αυτά υπόψη, δε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι φταίει η Continental, η Goodyear, η Michelin, η Vredestein, η Pirelli, ή όποια τέλος πάντων εταιρεία κατασκεύασε τα ελαστικά της «μοιραίας» Porsche.

Επίσης, οφείλω να επισημάνω κάτι πολύ δυσάρεστο για την οικογένεια Βακάκη. Ο επιχειρηματίας κ. Βακάκης έχει σαφώς ιδιαίτερα υψηλά εισοδήματα. Ας πάρουμε την ελάχιστη υπόθεση, ότι δηλαδή βγάζει 1.000.000 ευρώ κατ’ έτος καθαρά. Συντηρητική εκτίμηση, που όμως αφήνει «μαξιλάρι» για να μπορεί εύκολα να αγοράσει μερικά πολυτελή αυτοκίνητα (έστω δυο τη χρονιά) με κόστος 100.000 ως 250.000 ευρώ έκαστο. Ρεαλιστικά, ένα υπερπολυτελές αυτοκίνητο, είτε είναι λιμουζίνα σαν τη Mercedes-Benz S-Klasse, είτε είναι υπεραυτοκίνητο σαν μια Porsche 911 (997) ή μια Ferrari, θέλει γύρω στα πέντε χιλιάρικα το χρόνο για τα σέρβις του, χώρια τυχόν ζημιές που μπορεί να παρουσιαστούν, των οποίων η αποκατάσταση έχει πάντα δυσθεώρητο – για μας τους πληβείους – κόστος.

Εγώ από την άλλη είμαι ένας απλός δημόσιος υπάλληλος με Μισθολογικό Κλιμάκιο 6, δηλαδή είμαι στα 1000 ευρώ/μήνα καθαρά. Οδηγώ ένα αξιοπρεπές, σύγχρονο πεντάθυρο οικογενειακό, που ήρθε από τη μάνα του με λάστιχα διάστασης 225/45R17 V. Αυτά τα αντικαθιστώ κάθε τρία χρόνια, με κόστος 500 ευρώ η τετράδα και το ετήσιο κόστος συντήρησης του αυτοκινήτου μου κυμαίνεται μεταξύ 250 και 500 ευρώ – ας δεχθούμε τα 375 ευρώ ως μια ρεαλιστική τιμή. Για τρία χρόνια, οι αποδοχές μου είναι 36000 ευρώ και η αντικατάσταση των ελαστικών είναι, όπως είπαμε, 500 ευρώ με τοποθέτηση και ζυγοστάθμιση. Με μαθηματικά της έκτης δημοτικού βρίσκουμε ότι η αντικατάσταση των ελαστικών είναι το 1,389% των αποδοχών μου (είτε τριετίας είτε ετήσιων). Το δε κόστος συντήρησης του αυτοκινήτου για την τριετία είναι 1125 ευρώ. Δηλαδή το 3,125% των αποδοχών μου για την ίδια περίοδο. Πάμε καλά ως εδώ;

Ας δούμε την περίπτωση της Porsche… Λάστιχα με προδιαγραφές σαν αυτές που απαιτούνται για το συγκεκριμένο μοντέλο κυμαίνονται μεταξύ 200 και 280 ευρώ το καθένα, ενώ πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι διαφορετικά λάστιχα φοράει μπροστά και διαφορετικά πίσω. Ας πάρουμε το πιο ακραία δαπανηρό σενάριο και ας υποθέσουμε ότι κοστίζει η τετράδα 1500 ευρώ. Ας δεχθούμε επίσης ότι, λόγω διαφορετικών απαιτήσεων (η κτηνώδης ροπή του κινητήρα της Porsche γαρ…), απαιτείται αντικατάστασή τους κάθε δυο χρόνια. Κι ας θεωρήσουμε σταθερές τις απολαβές του ιδιοκτήτη της Porsche στο 1.000.000 ευρώ/έτος. Ωραία; Πάλι με μαθηματικά δημοτικού βρίσκουμε ότι το κόστος αντικατάστασής τους είναι το 0,075% των αποδοχών του ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου. Να το προεκτείνουμε λίγο ακόμα; Για μένα, η δαπάνη για αντικατάσταση ελαστικών αντιπροσωπεύει ποσοστό επί των ετήσιων αποδοχών μου 17,8 φορές παραπάνω από ό,τι για τον ιδιοκτήτη ενός υπεραυτοκινήτου, τη στιγμή που αυτός έχει ετήσιες αποδοχές 80πλάσιες από μένα!

Μετά από αυτή τη σύντομη και «μπακάλικη» οικονομική σύγκριση, ο καθένας μπορεί – νομίζω – να βγάλει τα συμπεράσματά του για το αν υπάρχει οποιαδήποτε δικαιολογία για την κατάσταση των ελαστικών της «μοιραίας» Porsche.

Ου παντός πλειν ες Κόρινθον

Είπα προηγουμένως ότι τα «ο μακαρίτης ο οδηγός της Porsche δεν ήταν γκαζοφονιάς» τα ακούω βερεσέ. Το επαναλαμβάνω κι εδώ υπενθυμίζω τις μαρτυρίες για το με βουλγαρικές πινακίδες Audi R8, με το οποίο παίζει να είχε στηθεί κόντρα. Όλοι έχουμε κάνει τα καγκουριλίκια μας όταν ήμασταν πιτσιρικάδες. Όμως, άλλο είναι ένα σουπερμίνι των 75 ίππων που, όσο και να ‘ναι, είναι φτιαγμένο για να συγχωρεί πολλά λάθη κι άλλο ένα supercar των 550 ίππων για τα ίδια κιλά. Όταν το σουπερμίνι των 75 ίππων που απευθύνεται στη μαμά σας, την οποία ο κατασκευαστής θεωρεί πιο άσχετη οδηγικά κι από εσάς (πράγμα δύσκολο, και μη μου το παίζετε χεράδες στα σχόλια, μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια επιτέλους), σπάσει την πρόσφυση, θα τη σπάσει σε πολύ χαμηλότερες ταχύτητες και πολύ πιο προοδευτικά από ό,τι μια Porsche των 480 ή 550 ίππων, συνεπώς η μαμάκα σας θα έχει πολύ μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο στη διάθεσή της για να το μαζέψει και να γυρίσει σπίτι χωρίς άλλα παρατράγουδα από ό,τι ο ιδιοκτήτης της Porsche. Ή της Ferrari. Ή της Lamborghini – δεν έχει σημασία!

Αλλιώς είναι να σου βγάζει σταδιακά μούτρα το μικρό αυτοκίνητο με 80 χλμ/ώρα, λέγοντάς σου «στρίψε λίγο παραπάνω το τιμόνι και άσε λίγο γκάζι» κι αλλιώς να σου πετάει κώλο η Porsche με 250. Α, και να μην ξεχνιόμαστε: Όταν βλέπω αμάξι πολυτελείας με βουλγάρικες πινακίδες «ευκαιρίας», δεν θεωρώ ότι το οδηγεί αξιοσέβαστος, σοβαρός, πετυχημένος επαγγελματίας, αλλά λαμόγιο, φοροφυγάς και ντατσουνόγυφτος που θέλει να κάνει φιγούρα και να μην πληρώνει αυτά που του αναλογούν στο ελληνικό κράτος, αφήνοντας τους μαλάκες να πληρώσουν το λογαριασμό. Δηλαδή θεωρώ – προσωπική μου γνώμη πάντα, έτσι; – τον ιδιοκτήτη τέτοιου αυτοκινήτου παράσιτο της κοινωνίας. Γκέγκε;

Να θυμίσω επίσης ότι το αμαξάκι της μαμάς σας, εάν έχει αποκτηθεί καινούργιο την τελευταία πενταετία, κατά πάσα πιθανότητα είναι εφοδιασμένο με συστήματα ελέγχου πρόσφυσης και ευστάθειας, τα οποία παρεμβαίνουν πριν καν ξεπεραστούν τα όρια της πρόσφυσης για να διατηρήσουν το αυτοκίνητο στο δρόμο και να μην καταλήξει στου χαντάκ’. Και δεν απενεργοποιούνται. Από την άλλη, επειδή τα supercars απευθύνονται σε πολύ άντρες και πολύ χεράδες, τα ηλεκτρονικά αυτά συστήματα παρέχουν «για λόγους οδηγικής απόλαυσης» (και επίδειξης αντρίλας) τη δυνατότητα πλήρους απενεργοποίησής τους. Για να τιθασεύσεις με τα ίδια σου τα χεράκια τα 500-600-700 αλόγατα. Στους ελληνικούς δρόμους. Κι εδώ είναι που δίνω στον εαυτό μου πάσα για επόμενο κομμάτι. Αλλά πριν από αυτό…

Κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας και αστυνόμευση

Ποτέ στη ζωή μου δεν κατάλαβα την «αστυνόμευση» στις εθνικές οδούς. Κάθε φορά η ίδια ιστορία: Ένα περιπολικό στημένο σε ένα πάρκινγκ σε μια άδεια ευθεία, όπου ακόμα κι η γιαγιά μου θα πήγαινε πάνω από το όριο ταχύτητας, και η είσπραξη προστίμων για «υπερβολική ταχύτητα» είναι εγγυημένη.

Στο μεταξύ, περνάνε στο ντούκου, εντελώς απαρατήρητες από τα πληρώματα των περιπολικών και, ως εκ τούτου, μη βεβαιούμενες, άρα και μη τιμωρούμενες, ακραία κάφρικες συμπεριφορές όπως το να προσπερνάς και να σου έρχεται ο τρικαράγκιοζας με το Μερσεντέ A180 ή με τη Golfω TDI ή με το εταιρικό (άρα «κάνω ό,τι μου κατέβει, γιατί άλλος πληρώνει τα σέρβις») Audi ή το Range Rover και σου κολλάει στους πέντε πόντους από τον πίσω προφυλακτήρα, παίζοντας σα μανιασμένος τα φώτα και χειρονομώντας υστερικά στο τιμόνι επειδή «τον καθυστερείς». Ή – το μαντέψατε – «κοντρίτσες», στο στυλ «ανοίγουμε λίγο στην ευθεία εδώ πέρα;», και δεν έχει σημασία αν υπήρξε προηγούμενη συνεννόηση ή όχι ή αν έπεσαν στοιχήματα ή αν απλώς ο ένας τσίγκλισε τον άλλο. Όλοι μπορούμε να καταλάβουμε αν κάπου διεξάγεται κόντρα ή όχι, δεν είμαστε τόσο βλάκες. Ή εξυπνάδες όπως «μάγκικα» προσπεράσματα από τη ΛΕΑ. Ή επικίνδυνες για την ασφάλεια και τη σωματική ακεραιότητα όλων παραβάσεις ΚΤΕΟ (bull bar, κοτσαδόροι αφημένοι στο αυτοκίνητο ενώ δε ρυμουλκεί τίποτα εκείνη τη στιγμή κ.α.) – πραγματικά θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω για πάρα πολύ καιρό…

Κι εδώ είναι που οι πινακίδες που γράφουν «οι παραβάσεις του ΚΟΚ ελέγχονται με τεχνικά μέσα» χάνουν το νόημά τους. Η Εθνική Οδός, οι μεγάλες λεωφόροι της Αθήνας, η Αττική Οδός, και άλλοι μεγάλοι δρόμοι, έχουν εξοπλιστεί με ένα πυκνό δίκτυο καμερών ελέγχου και διαχείρισης κυκλοφορίας. Ποτέ δεν έχω δει σε μπλόκο να σταματάνε «άντρακλα» που κόλλαγε στους προφυλακτήρες άλλων αυτοκινήτων και πίεζε επικίνδυνα τους άλλους οδηγούς. ΠΟΤΕ. ΠΟΤΕ. Θέλετε δηλαδή να μου πείτε ότι στα κέντρα ελέγχου κανένας δεν παρατηρεί τις καφρίλες των διαφόρων εξυπνάκηδων και δεν στέλνει σήμα στην Τροχαία για να επιληφθεί; Θέλετε μήπως να μου πείτε ότι «δεν υπάρχει τέτοια αρμοδιότητα»; Που να πάρει ο διάολος, αυτή είναι η δουλειά τους: Να επιτηρούν το δρόμο και, αν παρατηρήσουν ότι ένα όχημα κινείται επικίνδυνα, να στείλουν σήμα στην Τροχαία για να το σταματήσει και να προστατέψει τους άλλους χρήστες του δρόμου. Αυτό δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός;

Αν ο «παραχωρησιούχος» (που τον χρυσοπληρώνουμε αγρίως με τα υπέρογκα διόδια) έκανε σωστά τη δουλειά του, δηλαδή αν είχε φροντίσει ώστε το προσωπικό να ενημερώσει την Τροχαία για να σταματήσει το αυτοκίνητο του νεαρού Βακάκη, είμαι σίγουρος ότι η τραγωδία θα είχε αποφευχθεί. Θα του χαλάγανε την εκδρομούλα, γιατί το κουστούμι θα ήταν πολύ βαρύ (μην ξεχνάμε και με τι ταχύτητα πήγαινε, και θα το πούμε αναλυτικά πιο κάτω), αλλά θα ζούσε. Κι αυτός, κι ο φίλος του, και η γυναίκα του άλλου του φουκαρά με το παιδί τους.

Αντρίλα-Καγκουρίλα

Πάμε τώρα να εκμεταλλευτούμε την πασούλα που έδωσα στον εαυτό μου: Αν προσέξετε το πώς περιγράφουν, με τρόπους και όρους που θυμίζουν τις περιγραφές σεξουαλικών σκηνών στα Άρλεκιν, την εμπειρία οδήγησης ενός αυτοκινήτου υψηλών επιδόσεων οι συντάκτες, θα βρείτε έναν κοινό παρονομαστή: την αντρίλα-καγκουρίλα. Επαινούν το αυτοκίνητο που είναι «για άντρες«, για τον πολύ macho εκείνο οδηγό που, γεμάτος αυτοπεποίθηση, με χέρια Σουμάχερ (και βάλε!) κι αντανακλαστικά Λούκυ Λουκ, θα βάλει μπρος, θα απενεργοποιήσει όλες τις «ηλεκτρονικές γκουβερνάντες» (που εξ ορισμού είναι για «φλώρους», «ντιγκιντάγκες» κι «αδερφές» κι όχι για αληθινούς άντρες με τριχωτό στέρνο, τετράγωνο σαγόνι και μουστάκι που θυμίζει τον Burt Reynolds), από ABS μέχρι ESP και θα ξεχυθεί στο δρόμο, με την ουρά να ψαρεύει σε κάθε γκαζιά στην ευθεία πασχίζοντας να βρει λίγη πρόσφυση και παίρνοντας όλες τις στροφές με τις πόρτες σα να είναι το εξώγαμο του Ken Block και του Keiichi «Drift King» Tsuchiya. Και, φυσικά, τα όλο μαεστρία παντιλίκια του θα κάνουν τις γκόμενες στα πέριξ πεζοδρόμια να στριγγλίζουν σα ρουβίτσες και να σκοράρουν τα στρινγκάκια τους τρίποντο στο σαλόνι του αμαξιού τους, αφού πρώτα έχουν γράψει επάνω τα τηλέφωνά τους. Ακόμα και τα περιοδικά κλασικών αυτοκινήτων επαινούν σκοτώστρες όπως οι BMW σειράς ’02 (Neue Klasse), τα TVR, οι AC Cobra, οι Porsche 911 και τα Dodge Viper για τις «συγκινήσεις» (μετάφραση: το σκατό στην κάλτσα) που προσέφεραν στους οδηγούς τους – σε δημόσιους δρόμους. Τι; Κάνω πουθενά λάθος;

Για να ικανοποιήσει τους «άντρακλες» και κάγκουρες «δημοσιογράφους» και αγοραστές, σε μια επιεικώς απαράδεκτη επίδειξη ανευθυνότητας, η Ford εγκατέστησε στο σημερινό Focus RS λογισμικό που περιλαμβάνει και «drift mode». Αυτό αλλάζει τις παραμέτρους λειτουργίας του συστήματος ελέγχου ευστάθειας ώστε το αυτοκίνητο να χάνει την πρόσφυση στους πίσω τροχούς πιο εύκολα για να ντριφτάρει «με ασφάλεια». Με ασφάλεια; Εμ, μήπως εδώ να υπενθύμιζα στους ανθρώπους της Ford ότι το drift είναι μια πολύ ζόρικη ακροβασία στο όριο της πρόσφυσης και λίγο πάνω από αυτό, με τις πιθανότητες οριστικής απώλειας ελέγχου να είναι ιδιαίτερα αυξημένες; Όσο για τις συνέπειες του «drift mode» (ή, ορθότερα, «any dickhead can drift» mode), δείτε εδώ:

Νομίζετε ότι ο Cadogan τα παραλέει; Λάθος. Κι αν σας ενοχλούν τα «γαλλικά» του, ξυδάκι. Παραείναι ευγενικός, αν θέλετε τη γνώμη μου. Όπως πολύ σωστά προέβλεψε, η δυνατότητα που τόσο ανεύθυνα έδωσε στον κάθε ηλίθιο η Ford να μειώσει τα περιθώρια πρόσφυσης του αυτοκινήτου οδήγησε σε ατυχήματα. Κι αν ο μπετόβλακας που κάνει παντιλίκια σε δημόσιο δρόμο σκοτωθεί μόνος του, πάει κι έρχεται. Τουλάχιστον απαλλάσσει εμάς τους υπόλοιπους από την επικίνδυνα ηλίθια παρουσία του. Αλλά οι πιθανότητες να σκοτώσει άλλους που δεν του φταίγαν σε τίποτε είναι υψηλές.

Στο όνομα της αντρίλας επίσης έχουν διατηρηθεί στην παραγωγή αυτοκίνητα των οποίων η αρχιτεκτονική κανονικά ανήκει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Case in point: Porsche 911. Κινητήρας πίσω, κρεμασμένος πίσω από τον πίσω άξονα, κίνηση πίσω. Η τέλεια συνταγή για ανεξέλεγκτη υπερστροφή. Ναι, ξέρω: Η Porsche, για να κάνει αυτό το πράγμα να στρίβει χωρίς να πετά απότομα την ουρά και να σκοτώνει τον ιδιοκτήτη του, έφτιαξε αναρτησάρες. Ναι, σωστά. Και απλώς ανέβαλε το απευκταίο, μετατοπίζοντάς το σε πολύ υψηλότερες ταχύτητες, στις οποίες όμως απλά ελάχιστοι οδηγοί στον πλανήτη έχουν την ικανότητα να αντιδράσουν όταν ξεπεραστούν τα όρια της πρόσφυσης, πολλώ δε μάλλον να αντιδράσουν σωστά. Κι αυτό, γιατί οι ταλιμπάν της Porsche (τους οποίους το ναζιστικό παρελθόν του Ferdinand Porsche δεν ενόχλησε ποτέ, αλλά αυτά τα προσέχουν μόνο κάτι ενοχλητικοί σαν εμένα) θεωρούσαν «μπάσταρδη» και «άξια περιφρόνησης» την άψογα στημένη 928.

Αυτή η «κουλτούρα» είναι διάχυτη στο χώρο της αυτοκίνησης, με τις εταιρείες μάλιστα να καλλιεργούν οπαδισμούς ποδοσφαιρικού τύπου μέσω του μάρκετινγκ. Θέλω να σταθώ λιγάκι εδώ. Έχω κατηγορηθεί πολλές φορές ότι «γενικεύω» σε βάρος των οδηγών γερμανικών αυτοκινήτων, αλλά πρέπει επιτέλους να λάβουμε υπόψη μας το πώς προωθούνται αυτά τα αυτοκίνητα στο κοινό.

Και οι τρεις «κορυφαίοι» Γερμανοί κατασκευαστές αυτοκινήτων (Volkswagen-Audi Group, BMW AG, Daimler AG) παράγουν αυτοκίνητα τα οποία διαφημίζουν ως μέσα επιβεβαίωσης και δήλωσης της επαγγελματικής, κοινωνικής και σεξουαλικής καταξίωσης του ιδιοκτήτη τους, ο οποίος αυτόματα καθίσταται και πιστοποιείται ως «ανώτερος» έναντι των άλλων χρηστών του δρόμου, και ειδικά έναντι των ιδιοκτητών αυτοκινήτων των οποίων οι μάρκες είναι ό,τι ο «αιώνιος» αντίπαλος για τον κρετίνοποδοσφαιρόφιλο – και οι ιδιοκτήτες BMW είναι μακράν οι χειρότεροι, πιο επιθετικοί, πιο βίαιοι από όλους τους άλλους, όπως αναφέρει η Wall Street Journal. Και μη νομίζετε ότι υπερβάλλω – την κάφρικη, οπαδική, κομπλεξική συμπεριφορά της συντριπτικής πλειοψηφίας των ιδιοκτητών γερμανικών αυτοκινήτων, τα οποία θεωρούνται παγκοσμίως, ελέω προπαγάνδαςμάρκετινγκ, «αυτοκίνητα γοήτρου» και «σύμβολα επιτυχίας και κοινωνικής καταξίωσης», και κυρίως των πιο «γρήγορων» εκδόσεων, την έχω δει ιδίοις όμμασι σε φόρουμ αυτοκινήτου και στο δρόμο. Τα είπα και πιο πριν για τις κάφρικες συμπεριφορές των «Mr. Γαμάω», αλλά θα τα ξαναπώ κι εδώ. Επανάληψις μήτηρ μαθήσεως, έτσι δεν είναι;

Σκεφτείτε το εξής (πραγματικό γεγονός αυτό): Ανεβαίνετε προς Βόλο, Λάρισα ή Θεσσαλονίκη. Στην Εθνική Οδό. Βράδυ. Κινείστε σβέλτα – ας πούμε ότι στα περισσότερα κομμάτια είστε με 130-140 χλμ/ώρα. Κι έρχονται οι στροφές της Πελασγίας, τις οποίες περνάτε άνετα με 110-115. Κι εκεί που παίρνετε την τελευταία στροφή κι είστε στην αριστερή λωρίδα και προσπερνάτε μια νταλίκα, ποιος νομίζετε ότι θα έρθει να κολλήσει σε απόσταση πέντε πόντων από τον πίσω προφυλακτήρα σας, παίζοντάς σας οργισμένος τα φώτα επειδή τολμήσατε να έχετε το θράσος να βρεθείτε στο διάβα του; Διαλέξτε:

  1. Οδηγός BMW σειράς 1, 3, Χ3, Χ5
  2. Οδηγός Mercedes-Benz A180 ή κάποιου SUV αυτής της εταιρείας
  3. Οδηγός «δυνατής» έκδοσης του VW Polo
  4. Οδηγός VW Golfω TDI/Audi A3 TDI (το ίδιο χρέπι είναι, απλά με διαφορετικό μασκάρεμα), ή άλλης «γρήγορης» έκδοσης
  5. Οδηγός Porsche Cayenne/VW Touareg
  6. Οδηγός γρήγορης έκδοσης του Audi A4 ή του Α5
  7. Οδηγός εταιρικού αυτοκινήτου (ακόμη και Hyundai)
  8. Οδηγός Range Rover ή Jeep
  9. Οδηγός πολυτελούς αυτοκινήτου με πινακίδες «ΕΕΕ» ή Βουλγαρίας.

Σας το υπογράφω, κανείς άλλος στο δρόμο δεν είναι τόσο κομπλεξικός (και σεξουαλικά) για να κάνει αυτή την τόσο επικίνδυνη βλακεία. Και καλά, όπως είπα πιο πριν, ο οδηγός του εταιρικού είναι ζαμανφού: «δεν πληρώνω εγώ τις επισκευές, οπότε θα του πιω το αίμα και θα κάνω ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι». Πείτε ότι γενικεύω, αλλά, ναι, όλα τα στελέχη που έχουν πάρει εταιρικό αμάξι συμπεριφέρονται έτσι. Λες και νομίζουν πως το ότι πληρώνει «άλλος» τα συνεργεία τους καθιστά άτρωτους. Αλλά και οι ιδιώτες, αυτοί που αγόρασαν με δικά τους λεφτά το «αμάξι γοήτρου», συμπεριφέρονται κάφρικα. Οι μεν ιδιώτες συμπεριφέρονται έτσι γιατί θεωρούν ότι ξαφνικά έγιναν «ανώτεροι» και «πιο σημαντικοί» από τους άλλους, οι δε οδηγοί εταιρικών, πέραν της επικίνδυνης «άλλος πληρώνει» στάσης τους, αν έχουν πάρει (επειδή είναι «πολύ πετυχημένα» στελέχη) γερμανικό, γίνονται κανονικότατοι τραμπούκοι. Και μη μου παριστάνετε τους θιγμένους, «κύριοι». Για σκεφτείτε τι ψευτομαγκιές κάνετε κάθε φορά που βγαίνετε στο δρόμο καλύτερα.

Οι διαφημίσεις των αυτοκινήτων «επιδόσεων» και «γοήτρου» (και δεν είναι μόνο στα αυτοκίνητα αυτή η παθογένεια, ο χώρος του lifestyle είναι όλος χτισμένος γύρω από το να σε κάνει να νομίζεις ότι είσαι ανώτερος και πιο σπουδαίος από τους άλλους επειδή αγόρασες κάποιο προϊόν – μέχρι κι η Wind το κάνει τώρα) αποσκοπούν όχι απλά στο να πείσουν τους υποψήφιους αγοραστές να αγοράσουν για να τους θεωρούν οι άλλοι πιο «άντρες», αλλά και στο να τους κάνουν να νιώθουν άτρωτοι. Αυτό το συναίσθημα που με τόση επιμέλεια, κυνισμό και εγκληματική ανευθυνότητα καλλιεργούν τα τμήματα μάρκετινγκ αυτών των εταιρειών πείθει τους οδηγούς ότι «δεν θα συμβεί ποτέ τίποτε σε αυτούς», ότι «μόνον οι άλλοι κινδυνεύουν» κ.ο.κ. Φανταστείτε τώρα πόσο εκρηκτικό μίγμα έχετε στα χέρια σας όταν η αδικαιολόγητη αίσθηση ανωτερότητας και το αίσθημα «είμαι άτρωτος» που καλλιεργούν οι μαρκετίστες φωλιάσουν σε έναν πιτσιρικά, ο οποίος έτσι κι αλλιώς, λόγω ηλικίας και μετεφηβικών ορμονών, δεν καταλαβαίνει από κίνδυνο, δεν έχει τα χέρια, την εμπειρία, τις γνώσεις και την ωριμότητα για να χειριστεί σωστά ένα πανίσχυρο αυτοκίνητο, έχει μάθει έτσι κι αλλιώς – λόγω της κοινωνικής θέσης της οικογένειάς του – ότι είναι κάτι ανώτερο από την «πλέμπα» κι έχει βρεθεί πίσω από το τιμόνι ενός «αντρικού» υπεραυτοκινήτου των 480 ή 500 ή 600 ίππων με λάστιχα δεκαετίας και αγνώστου κατάστασης. Και βάλτε στην εξίσωση κι έναν άλλο κάγκουρα με εξίσου γρήγορο αμάξι που ενδεχομένως τον τσίγκλισε «να βάλουν μια ψιλή στην ευθεία» για «να δουν πόσο ανοίγει το εργαλείο».

Το εγκληματικό είναι ότι η «κουλτούρα» της κόντρας και της ψευτομαγκιάς με το «κωλοφτιαγμένο» και «τουμπανιασμένο» αμάξι και τους αυτοσχέδιους αγώνες σε δημόσιους, πολυσύχναστους δρόμους καλλιεργείται, ακόμη και διά του Τύπου. Θυμηθείτε λίγο περιοδικά σαν το Max Power, το Drift κ.ο.κ. Τι κάνανε όλα αυτά; Ηρωοποιούσαν τους κοντράκηδες – από τον ηλίθιο κοντράκια Mike Hawthorn που προκάλεσε το πολύνεκρο (80+ θύματα) στο Le Mans το 1955 κι αργότερα σκοτώθηκε σε κόντρα, μέχρι τον κρετίνο Paul Walker. Θιχτήκατε, «petrolheads»; Ξυδάκι. Εδώ κάνουμε χαλάλ σφαγή ιερών αγελάδων κι αν σας αρέσει. Και να διαβάζεις σε «έγκριτα» περιοδικά αυτοκινήτου λεζάντες του στυλ «είναι κρίμα που δεν απενεργοποιείται το ESP πλήρως για να απολαύσεις την ισορροπία αυτού του εξαιρετικού πλαισίου» (Drive, Απρίλιος 2017, σελ. 32) – ενώ ο ίδιος ο θρυλικός, πολυνίκης οδηγός αγώνων Walter Röhrl, δήλωνε για την Porsche Carrera GT (με την οποία σκοτώθηκε ο Paul Walker) ότι ο ίδιος δεν θα απενεργοποιούσε ποτέ το σύστημα ελέγχου ευστάθειας στον ανοιχτό δρόμο. Και δεν το λέει κάνας τυχαίος ή κάνα «κουλάδι»: Μιλάμε για έναν διάσημο οδηγό αγώνων, που είχε εμπλακεί στην εξέλιξη αυτού του αυτοκινήτου. Δηλαδή δεν ξέρουν τι λένε κορυφαίοι οδηγοί αγώνων, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν κοιτάξει το θάνατο κατάματα, και ξέρουν τα ημιμαθή, ημιαγράμματα, ημίθεόκουλα μειράκια των περιοδικών.

Να θυμίσω, κλείνοντας αυτή την ενότητα, στα χαμαντράκια και στους γιαλαντζί δερβίσηδες των αυτοκινητιστικών περιοδικών, ότι οι πιλότοι των μαχητικών αεροσκαφών, για τους οποίους ο κίνδυνος είναι μέρος της δουλειάς τους, ποτέ δε γκρίνιαξαν για τα συστήματα fly-by-wire, ούτε είπαν ποτέ ότι τα ηλεκτρονικά βοηθήματα κάνουν «αδερφίστικα» και «φλώρικα» τα αεροπλάνα τους ή ότι τους χαλάνε την «πτητική απόλαυση» ή την «αίσθηση ελευθερίας». Και δεν πρόκειται να το πουν.

Στο διά ταύτα

Πήγαινε γυρεύοντας (να σου ο ντετερμινισμός);

Ναι λοιπόν, ο οδηγός της Porsche πήγαινε γυρεύοντας. Όπως κάθε συνομήλικός του. Όπως κι εγώ πριν από 17-18 χρόνια. Όμως, η ταξική μου διαφορά με τον νεαρό Βακάκη μάλλον λειτούργησε υπέρ της επιβίωσής μου. Δεν είχα ποτέ αυτοκίνητο τόσο «αντρίκιο» (δηλαδή γρήγορο και δύστροπο) όσο εκείνος – και τα δυο πρώτα μου αυτοκίνητα είχαν λιγότερα από 100 άλογα και ήταν αρκετά προβλέψιμα και πειθήνια στη συμπεριφορά τους. Έτσι, ακόμα και μέσα στην ατυχία μου (σε εκείνα τα ατυχήματα που είχα), ήμουν τυχερός, καθώς οι ταχύτητες με τις οποίες έγιναν ήταν χαμηλές – κλασικά γκαντέμικα ατυχήματα κοντά στο σπίτι που προκλήθηκαν από υπερβολική κούραση κι απροσεξία. Και στα δυο όμως ήμουν με λιγότερα από 60 χλμ/ώρα και πρόλαβα, έστω και στο «και ένα», να κάνω μια τελευταία κίνηση που μείωσε την ταχύτητα πρόσκρουσης κι έτσι μπόρεσα και βγήκα και στις δυο περιπτώσεις αλώβητος. Τρομαγμένος, σοκαρισμένος, αλλά αλώβητος.

Όμως, ο Βακάκης είχε όλο το πακέτο για να σκοτωθεί (και να σκοτώσει): Νέος, άπειρος, λάτρης της ταχύτητας, βρέθηκε πίσω από το τιμόνι ενός αντικειμενικά ιδιότροπου (λόγω αρχιτεκτονικής) αυτοκινήτου με υπερβολικά πολλά άλογα για τα χέρια και τις γνώσεις του, με γερασμένα (κι ενδεχομένως ταλαιπωρημένα και επανειλημμένως επισκευασμένα σε βουλκανιζατέρ) λάστιχα, χωρίς κανείς να του πει «πρόσεχε, το αμάξι δεν είναι σε τόσο καλή κατάσταση, τα λάστιχα έχουν παλιώσει κλπ»… Ήταν θέμα χρόνου να γίνει το κακό. Λυπάμαι που το λέω, αλλά εδώ το πράγμα είναι καθαρά ντετερμινιστικό. Το ατύχημα ήταν προδιαγεγραμμένο. Όσο σκληρό κι αν ακούγεται, δεν υπήρχε περίπτωση να μη συμβεί.

Και ναι, άλλο ζόρι τραβάς όταν καταλήγεις να χτυπήσεις ντουβάρι με 30 ή 40 χλμ/ώρα, άλλο όταν βγαίνεις στα πουρνάρια με 50 κι άλλο όταν χάνεις την ουρά σου με 250+. Υπάρχει κάτι που λέγεται «high mechanism trauma«, που σαν έννοια δε σας το λένε οι διαφημίσεις των «απόλυτων μηχανημάτων οδήγησης» και των «αυτοκινήτων γοήτρου», αλλά είναι αυτό που σας σκοτώνει σε ένα τροχαίο. Ή σας αφήνει ανάπηρους για όλη σας τη ζωή να νιώθετε στο πετσί σας την καφρίλα των συμπολιτών σας που παρκάρουν (μήπως το κάνετε κι εσείς;) σε ράμπες αναπήρων, σε πεζοδρόμια κλπ και πάνε να τη βγουν κι από πάνω.

Κάπου εδώ πρέπει να επισημάνω ότι η αίσθηση ότι είστε άτρωτοι που περιέγραψα κάμποσες γραμμές πιο πάνω δεν καλλιεργείται μόνο από το μάρκετινγκ των γερμανικών αυτοκινήτων. Γενικά, τα σημερινά αυτοκίνητα πατάνε πολύ καλύτερα στο δρόμο από ό,τιδήποτε κυκλοφορούσε στη δεκαετία του ’70 και του ’80 και καλύτερα να μη μιλήσουμε για τις αρχαιολογίες του ’60 και του ’50. Ένα σημερινό μικρομεσαίο, «προλεταριακό», οικογενειακό (π.χ ένα Toyota Auris ή ένα Renault Megane ή ένα Opel Astra – ακόμα κι αυτό!) μπορεί άνετα να ταξιδεύει με απόλυτη σταθερότητα με 180-200 χλμ/ώρα, χωρίς οι επιβάτες του να φοβηθούν.

Όμως, στα 180-200 χλμ/ώρα, τα περιθώρια αντίδρασης εξαντλούνται. Οι περισσότεροι από εμάς – ας το παραδεχτούμε επιτέλους! – δεν έχουμε τα αντανακλαστικά, τις γνώσεις, την ψυχραιμία, την εμπειρία για να αντιδράσουμε σωστά αν, πάνω από τα 130 χλμ/ώρα, συμβεί το όποιο αδιανόητο. Προσέξτε: Δε σας λέω να πηγαίνετε με 50 στην Εθνική Οδό – είναι γελοίο κι επικίνδυνο κάτι τέτοιο. Επίσης, ακόμα και τώρα, μου αρέσει η σβέλτη οδήγηση. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε λίγο ότι οι Νόμοι της Φυσικής είναι αμείλικτοι κι ότι, αν στα 64 χλμ/ώρα που διεξάγονται οι δοκιμές πρόσκρουσης του EuroNCAP υπάρχουν τρομερά μεγάλες πιθανότητες θανάσιμου τραυματισμού (γι’ αυτό και ενεργοποιούνται οι αερόσακοι), στα 180+ οι πιθανότητες επιβίωσης απλώς παύουν να υφίστανται.

Δε με πιστεύετε; Η εκπομπή «Fifth Gear» (ανταγωνιστική του αλήστου μνήμης «Top Gear») πήρε ένα Ford Focus 1ης γενιάς και το έστειλε να καρφωθεί μετωπικά σε τοίχο με 120 μίλια/ώρα (δηλαδή 193,08 χλμ/ώρα). Δείτε τη δοκιμή και μετά ξανασυζητάμε…

Το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε σε 68 χιλιοστά του δευτερολέπτου και τα ανδρείκελα δέχθηκαν επιβράδυνση που έφτασε ώς και 400g – 400 φορές την επιτάχυνση της βαρύτητας. Ο χώρος των επιβατών διαλύθηκε τελείως. Ας μου πει κάποιος ότι θα μπορούσε να επιβιώσει από ένα ατύχημα με 200+ χλμ/ώρα στο οποίο το πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου του (που δεν έχει τις ευμεγέθεις ζώνες ελεγχόμενης παραμόρφωσης του μπροστινού ή του πίσω μέρους) χτυπάει πάνω σε άλλο αυτοκίνητο και σε στενό τσιμεντένιο εμπόδιο όπως η Porsche του Βακάκη. Παρατηρήστε επίσης ότι στο Focus της δοκιμής σκίστηκε το ρεζερβουάρ βενζίνης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το τι θα μπορούσε να συμβεί μετά.

Υπήρχε ταξικό στοιχείο στο δυστύχημα;

Ναι, υπήρχε – κι ήταν ακριβώς αυτό που οδήγησε στην έκβαση του δυστυχήματος, ενώ έπαιξε και το ρόλο του στο να συμβεί. Σας αρέσει δε σας αρέσει, εμείς οι πληβείοι δεν πάμε με 300, όχι τόσο γιατί δε γουστάρουμε να πάμε με 300, αλλά γιατί τα αμάξια μας δεν τα φτάνουν. Και να τα ‘φταναν δηλαδή, τα πλαίσιά τους δεν είναι για τέτοιες ταχύτητες. Θα τα κάναμε πάνω μας πολύ πριν φτάσουμε τα 300 και θα κόβαμε. Επίσης, οι πλούσιοι – αντικειμενικά – οδηγούν χειρότερα από τους φτωχότερους. Γιατί;

Πρώτα απ’όλα, λόγω ταξικής συνείδησης που οι άλλοι στερούνται. Ο πλούσιος πιστεύει ότι είναι a priori και εξ ορισμού ανώτερος από τους άλλους. Ότι οι δικές του δουλειές, υποχρεώσεις, ορέξεις κλπ είναι πιο σημαντικές από των άλλων και γι’ αυτό πρέπει όλοι να κάνουν στη μπάντα να περάσει ο Αγάς. Αυτό δεν είναι απλά «λαϊκή σοφία» ή «προκατάληψη». Είναι επιστημονική παρατήρηση, όπως δείχνει και σχετική μελέτη του University of California, Berkeley: οι οδηγοί πιο ακριβών αυτοκινήτων – και κυρίως οι άντρες – είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες να προβούν σε παράβαση του ΚΟΚ από ό,τι οι «προλετάριοι».

Δε λέω βέβαια ότι ο πληβείος είναι εξ ορισμού ευγενής και προσεκτικός. Απλά δε νιώθει άτρωτος. Δε νιώθει ότι είναι «πάνω από το νόμο» και «πάνω από τους άλλους». Κι είναι κι άλλοι παράγοντες στη μέση. Ο οδηγός μιας Ferrari ή μιας Porsche ή μιας Lamborghini δεν έχει αυτό το αυτοκίνητο ως μοναδικό. Είναι το πέμπτο, δέκατο, εικοστό αυτοκίνητό του. Και να χαλάσει, να τρακάρει κλπ, δεν τον νοιάζει. Η επισκευή ή αντικατάστασή του δεν τον πειράζει οικονομικά. Για να δούμε όμως έναν φουκαρά με ένα ταπεινό μικρομεσαίο. Γι’ αυτόν, το αυτοκίνητό του είναι ενδεχομένως το μόνο μέσο μεταφοράς που έχει. Άρα, αν καταστεί μη διαθέσιμο, θα έχει πρόβλημα στο να πάει στη δουλειά του, στο να καλύψει τις μεταφορικές του ανάγκες – ειδικά αν υπάρχει πρόβλημα συγκοινωνιακής κάλυψης στην περιοχή του – και ενδεχομένως αυτό να του δημιουργήσει και εργασιακή και εισοδηματική ανασφάλεια.

Να δούμε μήπως τα πρόστιμα του ΚΟΚ; Λέει ο Ιαβέρης να τα στείλουμε στο Θεό, που αυτές του οι ιδέες είναι καλές για καφενειακή κουβέντα, αλλά αντιβαίνουν σε όλες τις αρχές της Δημόσιας Διοίκησης: αναλογικότητα, προσφορότητα κλπ. Κι έτσι όπως είναι όμως, τι μέρος του εισοδήματος αντιπροσωπεύουν για έναν πλούσιο και τι για έναν φτωχό; Άρα, για ποιον λειτουργούν πιο αποτρεπτικά τα υπάρχοντα πρόστιμα; Υπάρχει και μια πρόταση που λέει να πάνε αναλογικά με το εισόδημα του παραβάτη. Ωραία. Πώς μπορείτε να προσδιορίσετε το σωστό ύψος του προστίμου, όταν οι πλούσιοι είναι σε θέση να κρύψουν τα χρήματά τους στα τραπεζικά συστήματα «τίμιων» χωρών όπως η Ελβετία, η Γερμανία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο, αλλά και σε χώρες-πλυντήρια χρήματος όπως τα Νησιά Καϊμάν, ο Παναμάς κ.α., και τελικά να δηλώνουν εξοργιστικά χαμηλά εισοδήματα; Και πόσο νομίζετε ότι θα τους αγγίξει και θα τους πτοήσει ακόμα κι ένα πρόστιμο των, ας πούμε ένα νούμερο στην τύχη, 15.000 ευρώ για παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, όταν έχουν τις άκρες και τη δυνατότητα εκφοβισμού υπαλλήλων και λειτουργών για να μην το πληρώσουν ποτέ, σε αντίθεση με τον «πληβείο»;

Και, τέλος, σε περίπτωση τροχαίου με τραυματισμούς ή/και θανάτους, ποιος άραγε έχει μεγαλύτερο άγχος για την τύχη του; Ο πλούσιος που θα έχει όλα τα ΜΜΕ με το μέρος του και θα έχει και τους καλύτερους δικηγόρους, ή ο Κακομοίρης Κακομοίρογλου; Food for thought.

Εν κατακλείδι

Τώρα τι περιμένετε να σας πω σαν επίλογο; Το μόνο που μπορώ να πω είναι τα κλασικά, ανούσια, ηλίθια ευχολόγια να αποτελέσει αυτό το φρικτό τροχαίο αφορμή να προβληματιστούμε για την οδηγική μας συμπεριφορά και να «αλλάξουμε»… Ναι καλά! Τα θύματα του δυστυχήματος δεν είχαν καλά-καλά κηδευτεί κι ένας 17χρονος, που προφανέστατα είχε ξαναπάρει (χωρίς δίπλωμα) το αμάξι του πατέρα του, παρέσυρε και σκότωσε μια κοπελίτσα. Κι οι «Mr. Γαμάω» με τους γερμανικούς κουβάδες και τα τζιποειδή φαλλικά υποκατάστατα συνεχίζανε και συνεχίζουν, σα να μην έγινε ποτέ το παραμικρό, να συμπεριφέρονται σαν κανονικοί τραμπούκοι απέναντι στους «παρακατιανούς». Τα δε περιοδικά αυτοκινήτου γράψανε μερικές ποντιοπιλατικές μαλακίες, ψέλλισαν κάτι ηλιθιότητες του στυλ «ε, αυτά συμβαίνουν», αρνήθηκαν να αναλάβουν την παραμικρή ευθύνη για τα ελεεινά πρότυπα που προωθούν (πολλά τα λεφτά από τη διαφήμιση γαρ) και συνέχισαν να προάγουν την καγκουριά και την ψευτομαγκιά. Πού, λοιπόν, να βρω πάτημα για να δώσω ένα στοιχειωδώς αισιόδοξο τελικό μήνυμα;

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-5c

Η θεσμοθετημένη ακαδημαϊκή λογοκλοπή

Στο γραφείο μου αναπαύεται ένα βιβλίο-τούβλο. Χίλιες σελίδες και βάλε. Πραγματεύεται ένα μάλλον εξειδικευμένο γνωστικό αντικείμενο, με το οποίο ο πολύς κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος, και φέρει φαρδύ-πλατύ το όνομα του συγγραφέως. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ένας πολύ δραστήριος Έλληνας καθηγητής, που χαίρει διεθνούς εκτίμησης για τα πάμπολλα και καλής ποιότητας άρθρα που έχει παρουσιάσει σε διεθνή συνέδρια και περιοδικά.

Όλα καλά μέχρι εδώ, έτσι; Όχι και τόσο. Βλέπετε, αρκετά από τα κεφάλαια του εν λόγω βιβλίου είναι στην πραγματικότητα απαλλακτικές εργασίες εξαμήνου μεταπτυχιακών φοιτητών. Ξέρετε, από εκείνες που αναλαμβάνουν οι φοιτητές με το δέλεαρ της καλύτερης προοπτικής για καλό βαθμό, της υπόσχεσης ότι θα αποτελέσουν ενότητες ή κεφάλαια μελλοντικών βιβλίων στα οποία θα αναφέρεται το όνομα του συντάκτη, της (αναμενόμενης) απαλλαγής από την επίπονη εξεταστική διαδικασία, κ.ο.κ. Τα ξέρω, τα έχω δει, τα έχω περάσει – όπως τα έχει περάσει και πολύς άλλος κόσμος.

Στην ουσία, οι καθηγητές απολαμβάνουν τα οφέλη δωρεάν εργασίας, από την οποία χτίζουν ολόκληρα χαρτοφυλάκια εργασιών, τις οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν κατά το δοκούν, όποτε εκείνοι κρίνουν χρήσιμο. Δεν τους κοστίζει τίποτε η ανάθεση εργασιών, ούτε η συλλογή, σταχυολόγηση, αξιολόγηση και, εν τέλει, η κατανομή τους σε κεφάλαια και σε βιβλία. Τουναντίον, η αξιολόγηση (βαθμολόγηση) περιλαμβάνεται στην έτσι κι αλλιώς αμειβόμενη εργασία του εκάστοτε μέλους ΔΕΠ, ενώ από το τελικό αποτέλεσμα βγάζουν κέρδος, από το οποίο οι συντάκτες των εργασιών δεν λαμβάνουν κανένα μερίδιο. Το βιβλίο που ανέφερα δεν είναι το μόνο που γράφτηκε με αυτή τη μέθοδο. Είτε μας αρέσει είτε όχι, τα περισσότερα ακαδημαϊκά συγγράμματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά απαλλακτικές μεταπτυχιακές (ή ακόμα και προπτυχιακές, σε ορισμένες περιπτώσεις) εργασίες εξαμήνου φοιτητών βαλμένες στη σειρά. Αυτό σίγουρα εξηγεί εν μέρει το γιατί τα περισσότερα ακαδημαϊκά συγγράμματα δεν διαβάζονται με τίποτα, αλλά το αβυσσαλέο γραμματικό και συντακτικό τους επίπεδο δεν είναι το ζήτημα που μας απασχολεί τώρα.

Το πρόβλημα είναι η νοοτροπία του «καθηγηταρά», ο οποίος παίρνει έτοιμη και δωρεάν δουλειά που έχουν κάνει για λογαριασμό του οι φοιτητές, δελεασμένοι από το τυράκι της απαλλαγής από την τελική εξέταση, του καλύτερου βαθμού και, το σημαντικότερο, της αναφοράς του ονόματός τους σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο και τη χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος, αθετώντας μια από τις βασικές υποσχέσεις του: την αναφορά του ονόματος του συντάκτη.

Πώς το κάνει αυτό; Πρώτα απ’ όλα, εμφανίζεται ως συγγραφέας του βιβλίου κι όχι ως έχων την επιμέλεια. Εμφανίζεται ως author κι όχι ως editor, που θα ήταν το ακριβές και ηθικά σωστό. Δεύτερον, αν και στο eclass και στα αρχεία του εργαστηρίου του και της σχολής υπάρχουν οι αρχικές εργασίες των φοιτητών, οι οποίες παρατέθηκαν αυτολεξεί στο βιβλίο ως κεφάλαια ή ενότητές του, στο βιβλίο τα ονόματα των φοιτητών που τις συνέταξαν απουσίαζουν ως διά μαγείας.

Έτσι, ο φοιτητής που κόπιασε για να γράψει αυτές τις δέκα, δεκαπέντε, είκοσι σελίδες που ο καθηγητής οικειοποιήθηκε και παρουσίασε ως δικές του, δεν πιστώνεται με δημοσίευση σε βιβλίο, στερούμενος έτσι τη δυνατότητα να προσθέσει στο βιογραφικό του μερικές επιστημονικές δημοσιεύσεις που θα μπορούσαν να του προσφέρουν καλύτερες πιθανότητες πρόσληψης σε κάποιο επιστημονικό φορέα. Κι επίσης, είναι και το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων στη μέση: Παρουσιάζοντας – ψευδώς – ο καθηγητής τον εαυτό του ως συγγραφέα, καρπώνεται το σύνολο της προμήθειας από τις πωλήσεις του βιβλίου κι οι φοιτητές που συνέβαλαν σε αυτό με τις εργασίες τους, τις οποίες οικειοποιήθηκε, δεν παίρνουν δεκάρα τσακιστή. Έτσι, ο καθηγητής, αυτός ο πυλώνας της ανώτατης εκπαίδευσης που τον έχουμε περιβάλει με τόσο δέος και σεβασμό, προκαλεί στους φοιτητές του ηθική, επαγγελματική και οικονομική ζημία.

Αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, αποτελεί λογοκλοπή και μάλιστα είναι μια πρακτική παγκοσμίως διαδεδομένη, θεσμοθετημένη και συστημική. Ξεκινά από την απαίτηση πάμπολλων καθηγητών στις δημοσιεύσεις των μεταπτυχιακών τους φοιτητών και των υποψηφίων τους διδακτόρων να μπαίνει πρώτα το δικό τους όνομα κι όχι των φοιτητών που πραγματικά τις έγραψαν, ορμώμενοι από το απαράδεκτο σκεπτικό «αν δεν σου έδινα εγώ το θέμα, εσύ δεν θα έγραφες τίποτα», στο οποίο μπορεί κανείς πολύ εύκολα να αντιτείνει «αν μπορούσες να το γράψεις μόνος σου κι εγώ δε μετράω καθόλου, γιατί δεν το έγραφες εξαρχής μόνος σου, να το κάνεις και καλύτερα;» Ακριβώς αυτή η υπεροπτική νοοτροπία των μεγαλοκαθηγητών απέναντι στους φοιτητές τους βρίσκεται πίσω και από αυτή τη θεσμοθετημένη, συστημική και – δυστυχώς – ευρύτατα αποδεκτή λογοκλοπή από την οποία προκύπτουν πάμπολλα ακαδημαϊκά συγγράμματα, τα οποία μάλιστα είναι επίσης υπερτιμολογημένα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον κρατικό προϋπολογισμό (στις χώρες που παρέχουν «δωρεάν» συγγράμματα στους φοιτητές τους) ή για τις πενιχρές οικονομικές δυνάμεις των φοιτητών και των οικογενειών τους. Ουσιαστικά, πρόκειται για παρασιτισμό.

Θα μου πείτε «ωραία, γιατί δεν κινούνται δικαστικά οι φοιτητές;» Προφανώς ξεχνάτε ότι, αν τολμήσει ένας φοιτητάκος να κινηθεί κατά του επιστημονικού του υπευθύνου για οποιονδήποτε λόγο, οι ελπίδες του να προσληφθεί σε οποιοδήποτε ελληνικό ΑΕΙ ή ΤΕΙ απλώς παύουν να υπάρχουν. Σας υπενθυμίζω την ευνοϊκή στάση που τηρούν τα δικαστήρια προς τους καθηγητές, όταν αυτοί βρίσκονται σε διαμάχη με φοιτητές οι οποίοι, στα μάτια του μέσου Έλληνα δικαστή, είναι εξ ορισμού τεμπέληδες, άχρηστοι, κουτοπόνηροι και μικροεκβιαστές.

Κατά τα άλλα, νοιαζόμαστε για την αποφυγή της λογοκλοπής. Έχουμε ολόκληρες βάσεις δεδομένων και εξελιγμένα λογισμικά που συγκρίνουν συγγράμματα, εργασίες κ.ο.κ. για να διαπιστωθεί αν κάποιος έκλεψε από κάποιον άλλο, έστω και εκ παραδρομής (που δεν είναι δύσκολο να σου ξεφύγει κάτι όταν γράφεις μόνος σου μια εργασία των εκατό και βάλε σελίδων). Εφηύραμε το αδίκημα της «αυτολογοκλοπής», δηλαδή το να χρησιμοποιήσεις υπάρχουσα εργασία σου ως βάση για κάποια μελλοντική. Τα πανεπιστήμια εκδίδουν οδηγίες προς τους φοιτητές τους για το πώς θα αποφύγουν την εκ παραδρομής λογοκλοπή στις εργασίες τους. Αλλά με αυτή τη μορφή λογοκλοπής, που είναι μια από τις πιο βάναυσες, καθώς στρέφεται εις βάρος του ασθενέστερου μέλους της έτσι κι αλλιώς ετεροβαρούς και άνισης σχέσης καθηγητή-φοιτητή, δεν ασχολείται κανένας, ενδεχομένως λόγω και της εχθρικής διάθεσης των περισσοτέρων «έγκριτων» ΜΜΕ προς τους φοιτητές που διεκδικούν καλύτερες συνθήκες στις σπουδές τους και καλύτερες προοπτικές μετά από αυτές.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-4K

Έλλειψη κριτικής σκέψης, αυτή η μάστιγα

Όλα είχαν ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς. Ο εισηγητής είναι σημαίνον στέλεχος εθνικών και διεθνών επιστημονικών οργανισμών που αφορούν το γνωστικό του αντικείμενο, και έχει σημαντικό επιστημονικό και συγγραφικό έργο στον κλάδο του. Συνεπώς, είχαμε κάθε λόγο να έχουμε υψηλές προσδοκίες από τις διαλέξεις του. Δε θα ασχοληθώ όμως εδώ με τη μεταδοτικότητά του ή με το αν ξέρει να διδάξει, δηλαδή να ξεχωρίσει σε ποια σημεία πρέπει να δώσει έμφαση και περισσότερο χρόνο και ποια μπορεί να προσπεράσει ή απλώς να αναφέρει εν τάχει λόγω δεδομένης προηγούμενης εμπειρίας μας με αυτά ή λόγω της μικρής σπουδαιότητάς τους. Ούτε θα ασχοληθώ με την επιστημονική του επάρκεια· οι διαφάνειες και το υλικό που μας παρείχε καθιστούν σαφές ότι είναι γνώστης του αντικειμένου του.

Αυτό που θα με απασχολήσει είναι ένα χαρακτηριστικό που επέδειξε στην πρώτη κιόλας διάλεξη, αφηγούμενος μια ιστορία που, όπως μας είπε, του αφηγήθηκε κάποτε ένας απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτή η ιστορία είχε ως στόχο να μας δείξει πώς «η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» και δεν τα αξιοποιεί. Καλά, το ξέρουμε ότι γενικά υπάρχει (χωρίς να είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όπως έδειξε ο κύριος Φιγιόν στη Γαλλία με την αργόμισθη κι ακριβοπληρωμένη σύζυγό του) στη χώρα μας ένα καθεστώς νεποτισμού, ευνοιοκρατίας, κομματοκρατίας και οικοσιτισμού, όχι μόνο στο Δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Ξέρουμε επίσης πολύ καλά ότι αυτό το καθεστώς δεν ευνοεί τους ικανούς και σοβαρούς επαγγελματίες, αλλά αντίθετα τους βάζει πάρα πολύ συχνά να ταλαιπωρούνται με ανίκανους, αλλά «αναντικατάστατους», λόγω ειδικών σχέσεων προϊσταμένους, οι οποίοι αποτελούν τροχοπέδη για τον οργανισμό ή την επιχείρηση όπου εργάζονται. Ξέρω επίσης ότι κάμποσοι από τους αναγνώστες μου είναι πιο «υποψιασμένοι» άνθρωποι και οι λέξεις «απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας» τους έκαναν να σκεφτούν «ωχ αμάν, ποιος ξέρει τι δράκους θα διαβάσουμε τώρα», και, όπως θα δείτε, όχι άδικα. Θα ξεκινήσω τώρα την παράθεση της ιστορίας:

Λοιπόν, ο απόστρατος αυτός αξιωματικός ισχυριζόταν ότι κάποτε ήταν μέλος επιτροπής για την προμήθεια ενός οπλικού συστήματος. Δεν ανέφερε από ποια χώρα, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος από όσα αναφέρονται παρακάτω ότι πρόκειται για τις ΗΠΑ. Εντυπωσιάστηκαν λοιπόν οι αξιωματικοί της επιτροπής από αυτό το οπλικό σύστημα και ζήτησαν να μάθουν πώς μπορούμε να το προμηθευτούμε, για να λάβουν όμως αρνητική απάντηση, καθώς η κυβέρνηση της παραγωγού χώρας δεν σκόπευε να το εξάγει ή το προόριζε μόνο για εκείνη και για ένα στενό κύκλο συμμάχων της.

Τότε κάποιος τους ανέφερε ότι ο εφευρέτης αυτού του οπλικού συστήματος ήταν ένας λαμπρός Έλληνας επιστήμονας, αρχισχεδιαστής της κατασκευάστριας εταιρείας, ο οποίος σίγουρα θα μπορούσε να μεσολαβήσει υπέρ μας ώστε να το προμηθευτούμε. Ψάχνουν λοιπόν να βρουν κάποια επαφή μαζί του, αλλά μαθαίνουν από την κατασκευάστρια εταιρεία ότι δεν εργάζεται πια εκεί κι ότι υπηρετεί τη θητεία του στην Ελλάδα.

Εντελώς τυχαία, ο αξιωματικός μας ανακαλύπτει ότι ο επιστήμονας αυτός υπηρετούσε ως σμηνίτης στην Πολεμική Αεροπορία και μάλιστα στον κάτω όροφο από αυτόν (φαντάζομαι στο ΓΕΑ). Πάει λοιπόν κάτω για να τον αναζητήσει, αλλά μαθαίνει ότι πριν από μια βδομάδα είχε απολυθεί. Αναζητά κάποιο στοιχείο επαφής, αλλά δεν είχαν, και ανακαλύπτει επίσης ότι κανείς δεν του είχε δώσει σημασία γιατί τον θεωρούσαν «ψώνιο» κι ότι τους έλεγε «μπαρούφες».

Κι έτσι, σύμφωνα με την ιστορία του απόστρατου αυτού αξιωματικού, οι διασυνδέσεις και οι ικανότητες αυτού του λαμπρού νέου μείνανε ανεκμετάλλευτες κι εμείς δεν προμηθευτήκαμε αυτό το όπλο, ούτε είχαμε την ευκαιρία να καταφέρουμε να παραχθεί ένα αντίγραφό του στην Ελλάδα.

Συγκινητική ιστορία, η οποία σίγουρα θα κάνει πολλούς να πουν «αχ, η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» και «είδατε πόσοι απάτριδες υπάρχουν;»

Λυπάμαι όμως πάρα πολύ που το λέω, αλλά όποιος πίστεψε αυτή την ιστορία είναι τουλάχιστον ανόητος. Γιατί;

Πρώτα απ’ όλα: Στο «μιλητό» δε γίνεται απολύτως τίποτα που να αφορά προμήθειες οπλικών συστημάτων. Ναι, πάνε κλιμάκια του εκάστοτε κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων σε σχετικές εκθέσεις στρατιωτικού υλικού ή, κατοπιν πρόσκλησης, στην έδρα του εκάστοτε κατασκευαστή, ενδεχομένως νέα όπλα επιδεικνύονται και σε κοινές ασκήσεις (όπως η «Partnership for Peace» ή το πρόγραμμα «Tactical Leadership»), ενημερώνονται, βλέπουν, αλλά μέχρι εκεί. Πάντα, μα πάντα το πράγμα ξεκινά είτε με πρόταση του κατασκευαστή προς τις χώρες που κρίνει ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν πελάτες του, είτε με αίτημα της χώρας μας για πληροφόρηση (RfI – Request for Information), είτε με αίτημα της χώρας μας για τιμολογημένη προσφορά (RfP – Request for Proposal). Οπωσδήποτε πάντως, όλα ακολουθούν την επίσημη οδό, ασχέτως από το αν στη διαδρομή το κόστος μπορεί να αυξηθεί λόγω «προμηθειών των μεσολαβούντων» (και ο νοών νοείτω).

Δεύτερον, η απόφαση για την αποδέσμευση ενός οπλικού συστήματος προς εξαγωγή στην Α ή τη Β χώρα εξαρτάται από τα γεωπολιτικά συμφέροντα της παραγωγού χώρας και οι σχεδιαστές του δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο σε αυτή. Είναι απόφαση που λαμβάνεται από το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της παραγωγού χώρας, και το λόγο έχουν μόνον οι υπουργοί και οι διπλωμάτες της παραγωγού χώρας και της χώρας που επιθυμεί να προμηθευτεί το συγκεκριμένο όπλο. Μάλιστα, πολλές χώρες που παράγουν οπλικά συστήματα (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη) πουλούσαν υποβαθμισμένες εκδόσεις στους πελάτες τους. Ξέρουμε ότι αυτή την πρακτική την εφήρμοζαν η Γαλλία, η Σοβιετική Ένωση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, για τις οποίες το αεροσκάφος είναι φορέας ηλεκτρονικών συστημάτων, πυραύλων και βομβών, παίζανε πάντα με την αποδέσμευση ή μη αισθητήρων (π.χ. ραντάρ και ανιχνευτές υπέρυθρου φάσματος), συστημάτων ηλεκτρονικών αντιμέτρων, πυραύλων και βομβών, ανάλογα με τα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.

Τρίτον, τα σύγχρονα οπλικά συστήματα δεν αποτελούν έργο ενός και μόνο σχεδιαστή-εφευρέτη. Αποτελούν έργο τεράστιων ομάδων και υποομάδων, που ο συνολικός αριθμός των μελών τους μπορεί να ξεπερνά και τα τετρακόσια, ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας. Τα δε μέλη αυτών των ομάδων, όχι απλά έχουν ρόλο μόνο σε ένα μικρό μέρος του έργου, αλλά δεσμεύονται ρητά (και μάλιστα με κίνδυνο βαρύτατων ποινικών κυρώσεων για αδικήματα που φτάνουν ακόμη και την κατασκοπεία) για τήρηση εμπιστευτικότητας και απορρήτου. Χώρια που τα πνευματικά δικαιώματα (ευρεσιτεχνίες κ.ο.κ.) ανήκουν στην παραγωγό εταιρεία, για λογαριασμό και στο όνομα της οποίας υποβάλλονται και οι σχετικές αιτήσεις χορήγησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Συνεπώς, αν ο σχεδιαστής οπλικών συστημάτων στο μυαλό σας είναι κάτι σαν τον Κύρο Γρανάζη, βγάλτε τελείως αυτή την εικόνα από το μυαλό σας.

Τέταρτον: Αρχισχεδιαστής αμυντικής βιομηχανίας και να είναι σε στρατεύσιμη (δηλαδή κάτω των 40 ετών) ηλικία; Χλωμό το βλέπω. Πολλώ δε μάλλον να εργάζεται επί αρκετά χρόνια στην αλλοδαπή για να αποδείξει την αξία του στον εργοδότη του και να προαχθεί σε τέτοιο πόστο, μη έχοντας εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και χωρίς να έχει κηρυχθεί ανυπότακτος και φυγόστρατος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μην ξεχνάτε ότι, όπως μπορεί κανείς να καταλάβει από τα συμφραζόμενα, αυτή η ιστορία εκτυλίχθηκε στη δεκαετία του ’80 ή του ’90, σε εποχές που το καθεστώς για τους ανυπότακτους και τους φυγόστρατους ήταν πολύ αυστηρότερο από ό,τι σήμερα. Και μην ξεχνάτε ότι τέτοιες εταιρείες απλά δεν προσλαμβάνουν κάποιον αλλοδαπό αν δεν έχει «ξεμπερδέψει» με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του, βάσει του νομικού πλαισίου της χώρας καταγωγής του.

Πέμπτον, κι εδώ είναι που εμένα μου προκαλούνται πάρα πολλές απορίες, είναι απολύτως αδύνατο μονάδα οποιουδήποτε όπλου των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να μην έχει κρατήσει στοιχεία επαφής με τον κληρωτό που απολύθηκε, καθώς θεωρείται έφεδρος και πρέπει να είναι εύκολο να κληθεί ξανά σε περίπτωση επιστράτευσης ή επανεκπαίδευσης εφέδρων της ΕΣΣΟ του, μέχρι να γίνει άσπρο το απολυτήριό του. Διάολε, πήγαμε φαντάροι και τα ξέρουμε.

Πού είναι όμως η απορία μου; Κατ’ αρχάς, πώς είναι δυνατόν ένας διατελέσας αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ακόμα και για να εντυπωσιάσει έναν ενδεχομένως αδαή, να επιδεικνύει τέτοια άγνοια των βασικών γραφειοκρατικών προβλεπομένων διαδικασιών για την προμήθεια οπλικών συστημάτων, ειδικά όταν είναι σχετικά εύκολο κάποιος να μάθει γι’ αυτές; Πώς είναι δυνατόν ένας στρατιωτικός να μην ξέρει τα βασικά για το καθεστώς του κληρωτού, όπως αυτό ορίζεται από τις κανονιστικές διατάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων;

Σε ό,τι αφορά δε τον ακροατή του αξιωματικού, τον εισηγητή δηλαδή που υιοθέτησε αυτή την αφήγηση και μας τη μετέφερε χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη, πώς είναι δυνατόν, ενώ οι διαλέξεις του δείχνουν ότι, αν μη τι άλλο, καταλαβαίνει από παραγωγικές και βιομηχανικές διαδικασίες, να μην κατανοεί ότι ένα περίπλοκο προϊόν δε μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι το αποτέλεσμα της σκέψης ενός μόνο ατόμου, αλλά της συνεργασίας πολλών ατόμων διαφορετικών δεξιοτήτων; Πώς μπορεί να μην καταλαβαίνει τι ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, ευρεσιτεχνιών και άλλων δεσμεύσεων υπάρχουν σε στρατιωτικά προϊόντα; Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος, που κι εκείνος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, να μη μπαίνει σε υποψίες για τις εξώφθαλμες ανακρίβειες όσον αφορά το κανονιστικό καθεστώς ενός κληρωτού;

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αυτή η ιστορία μπάζει σα σουρωτήρι για μακαρόνια, περίπου όπως οι ιστορίες των εμπόρων εθνικιστικής συνωμοσιολογίας και εθνικιστικού μυστικισμού. Το κακό είναι όμως ότι τέτοιες ιστορίες γίνονται πιστευτές κι εξαπλώνονται σαν πυρκαγιές σε πευκοδάση με οχτώ μπωφόρ άνεμο. Είμαι σίγουρος ότι η συγκεκριμένη ιστορία ήδη έχει διαδοθεί αρκετά, από στόμα σε στόμα – όπως έγινε και με άλλες, ακόμα πιο αστήρικτες. Κι αυτό γιατί γενικά έχουμε μάθει στο «πίστευε τω θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον»: έχουμε εκπαιδευτεί – σε βαθμό μάλιστα που έχει γίνει πια αυτοματισμός – να μην ελέγχουμε με τις γνώσεις και την εμπειρία μας μια εντυπωσιακή ιστορία που μας αφηγείται κάποιος, αλλά να την καταπίνουμε αμάσητη, μόνο και μόνο επειδή:

  1. Μας λέει ωραία λόγια για την αναξιοποίητη ανωτερότητα της φυλής μας.
  2. Μας αποκοιμίζει με αφηγήσεις για «πανίσχυρους Έλληνες» που «μεριμνούν για το έθνος» και «περιμένουν για να αναλάβουν δράση και να τσακίσουν τους Εβραίους και τους Τούρκους».
  3. Είναι αρκούντως εντυπωσιακή.
  4. Περιέχει αιχμές κατά των «εθνομηδενιστών», των «εθνοπροδοτών» και των «κακών δημοσίων υπαλλήλων» που δεν αξιοποιούν την παντοδυναμία των «πανίσχυρων Ελλήνων» που «μεριμνούν για το έθνος» και «περιμένουν για να αναλάβουν δράση».

Γιατί όμως αυτό; Γιατί, πολύ απλά, έτσι μας εκπαιδεύουν. Το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αντί να προάγει την κριτική σκέψη, προάγει τη θαυματολογία, τον εθνικό/εθνικιστικό μυστικισμό και μεσσιανισμό, το μεγαλοϊδεατισμό (Κόκκινη Μηλιά κλπ), καθώς και την άκριτη πίστη σε εντυπωσιακά, πλην όμως πανεύκολο να καταρρεύσουν έτσι κι αντιπαρατεθούν με τα πραγματικά δεδομένα, αφηγήματα, και δεν θέλει να παράγει ανθρώπους που να μπορούν να μοιράσουν δυο γαϊδουριών άχυρο και να σκεφτούν λογικά. Και μετά απορούμε που ο Γεώργιος Γκιόλβας (για παράδειγμα…) είχε τόσους οπαδούς και που έχει τέτοια απήχηση ο Αρτέμης Σώρρας, όταν κοτζάμ επιστήμονας, με τόσες περγαμηνές, δεν πέρασε από το φίλτρο της κριτικής του σκέψης αυτή την απίθανη ιστορία και δεν δίστασε να την αφηγηθεί τελείως ανεπιφύλακτα μπροστά σε ακροατήριο αποτελούμενο από ανθρώπους με μεταπτυχιακά και διδακτορικά;

.

 Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-4D

Do they call it karma?

Όπως μεταδίδει το Euractiv, κινδυνεύουν με κυρώσεις η Ισπανία και η Πορτογαλία (αυτές που «βγήκαν από τα μνημόνια», όπως μας λένε οι υπέρμαχοι της μνημονιακής πολιτικής), επειδή η συνεχιζόμενη οικονομική και πολιτική αναταραχή τις εκτροχίασε από τους αυθαίρετους και ανεδαφικούς (για να φανώ επιεικής) στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας.

Η Ιταλία ζητά να μην επιβληθούν κυρώσεις ή έστω να αναβληθούν. Η γερμανική και η ολλανδική πλευρά ζητούν την επιβολή κυρώσεων για λόγους «αξιοπιστίας». Είναι εμφανές ότι ο Σόιμπλε και ο Ντάισελμπλουμ δεν έχουν καμία απολύτως επαφή με την πραγματικότητα, αλλά όλα τα κάνουν για μικροπολιτικούς (για να χρησιμοποιήσω τον επιεικέστερο όρο) λόγους.

Τώρα, η δική μας χώρα, η εξευτελισμένη, ταπεινωμένη και ευρισκόμενη στο μάτι του κυκλώνα της λεηλασίας της μέσω της εξαθλίωσης του πληθυσμού της και της προμελετημένης απαξίωσης του πλούτου της, τι στάση θα έπρεπε να τηρήσει; Όχι ότι μας πέφτει και λόγος· οι πολίτες δεν έχουν καμία εξουσία, κανένα λόγο στα κοινά της «δημοκρατικής» Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δε χώρα μας και αυτή είναι απομονωμένη και χωρίς συμπαραστάτες, οπότε η φωνή της δεν ακούγεται, ούτε θεωρείται ότι έχει κάποια αξία, κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ηθική απαξίωση που μας φόρτωσαν συλλογικά οι κυβερνώντες μας, αλλά και στον καθόλου κρυφό πια ρατσισμό και φαρισαϊσμό των Ευρωπαίων, που έχει τις ρίζες του στην αποικιοκρατική τους νοοτροπία και στην πολιτισμική τους επιθετικότητα, όπως επισημαίνει κι ο Michael Herzfeld.

Άλλωστε, ποιος θα ήθελε ή θα μπορούσε να της σταθεί; Οι Ισπανοί, Πορτογάλοι και Ιταλοί έχουν επενδύσει στη λιτότητα και δεν θέλουν να φανεί με μια επιτυχή απομάκρυνση της Ελλάδας από την καταστροφική αυτή πολιτική ότι απέτυχαν. Ο Ραχόι κινδυνεύει με δικαστικές περιπέτειες έτσι και δεν ξαναβγεί. Η Γερμανία και η Γαλλία δεν θέλουν ούτε λέξη να ακούσουν, γιατί η πολιτική της λιτότητας εξυπηρετεί την έναντι εξευτελιστικού αντιτίμου απόκτηση πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας μας από τις εταιρείες τους, με τις οποίες διαπλέκεται και ο πολιτικός τους κόσμος – ειδικά στην «τίμια» Γερμανία. Οι δε πρώην ανατολικοί, αυτοί γλείφουν τη Γερμανία και υπερθεματίζουν προσδοκώντας σε ανταλλάγματα, τα οποία είναι αμφίβολο αν θα έρθουν ποτέ.

Ας κάνουμε όμως μια μικρή άσκηση. Έστω ότι η ψήφος της χώρας μας είχε κάποιο αντίκρυσμα. Έστω ότι είχαμε εκπροσώπους στα όργανα της Ε.Ε. που λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις, εκπροσώπους ικανούς να σκεφτούν και πραγματιστικά και με γνώμονα το «σφυγμό» του ελληνικού λαού. Τι θα έπρεπε να κάνουν; Να συμφωνήσουν με την Ιταλία στο να μην υποστούν συλλογική τιμωρία οι δυο αυτοί λαοί; Να συμφωνήσουν άβουλα με τους εκπροσώπους της καγκελαρίας;

Μια άλλη επιλογή είναι να πουν: «Κοιτάξτε να δείτε, ξέρουμε ότι οι χώρες σας θα επιβαρυνθούν κι άλλο κι ότι αυτό θα ζημιώσει τους λαούς σας. Όταν όμως ζητήσαμε εμείς ελάφρυνση των βαρών που επιβάλατε στο λαό μας για να σώσετε τις τράπεζές σας, εσείς εν χορώ ζητήσατε την παραδειγματική τιμωρία του ελληνικού λαού και καταστρέψατε το μέλλον του για πάντα. Γιατί λοιπόν να σας δείξουμε συμπόνια, όταν εσείς μας δείξατε τα δόντια σας;» και να ζητήσουν να έχουν αυτές οι δυο χώρες την ίδια ακριβώς μεταχείριση που είχε η δική μας, πιθανώς σιγοψιθυρίζοντας «karma is a bitch».

Ακούω γνώμες.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-3D

Γιάννης Μπέζος, συνεπέστατα σεξιστής και συντηρητικός

Αίσθηση προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Γιάννη Μπέζου για το σύμφωνο συμβίωσης και για την παιδοθεσία ομόφυλων ζευγαριών. Πολλοί ήταν αυτοί που απόρησαν κι αναρωτήθηκαν πώς ένας ταλαντούχος ηθοποιός σαν αυτόν, που μάλιστα έγινε γνωστός στο τηλεοπτικό κοινό αποδίδοντας έναν ομοφυλόφιλο στους «Απαράδεκτους», εκφράζεται με τρόπο τόσο οπισθοδρομικό, σεξιστικό και συντηρητικό. Κατηγορήθηκε μάλιστα και για υποκρισία.

Προσωπικά, δεν του προσάπτω υποκρισία. Αντίθετα, κρίνοντας από τις επιλογές του ως προς την περιγραφή των χαρακτήρων που αποδίδει και ως προς τα σενάρια των σειρών στις οποίες πρωταγωνιστεί, θα έλεγα ότι υπηρετεί με συνέπεια και αφοσίωση ένα συνδυασμό συντηρητικών και άκρως σεξιστικών αντιλήψεων.

Θα ξεκινήσω από το ρόλο του στους «Απαράδεκτους». Ο Γιάννης θεωρείται ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος χαρακτήρας στην ελληνική τηλεόραση και αποτελεί συνέχεια του Φίφη που υποδυόταν στην «χρυσή» (ο θεός να την κάνει…) εποχή του ελληνικού κινηματογράφου ο Σταύρος Παράβας, του Λεό από το «Ο Τελευταίος… Άντρας» με τον Κώστα Βουτσά, αλλά και των χαρακτήρων που υποδυόταν ο Ανδρέας Νομικός, ευρύτερα γνωστός και ως «η φτερού». Αν εξαιρέσουμε τον Γιάννη από τους «Απαράδεκτους», που ήταν κεντρικός χαρακτήρας, οι υπόλοιποι χαρακτήρες ήταν δευτερεύοντες ρόλοι ή καθαρά συνοδευτικοί, των οποίων η αποστολή ήταν να αποτελούν αυτό που λέμε comic relief: χαρακτήρες που προκαλούν το γέλιο με τα καμώματά τους, χωρίς να έχουν απαραίτητα κάποια ανάπτυξη ή κάποιο βάθος, ενώ συχνά αποτελούν καρικατούρες χτισμένες με έναν αχταρμά στερεοτύπων και κλισέ.

Ακριβώς αυτό ήταν το πρόβλημα και με τον Γιάννη που υποδυόταν ο Μπέζος. Ήταν κατ’αρχάς ένας αρχετυπικός χαρακτήρας comic relief, και μάλιστα σε μια σειρά όπου όλοι οι χαρακτήρες ήταν αμιγώς κωμικοί. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο πρόβλημα του Γιάννη. Επίσης, ήταν μια καρικατούρα: Εξ ίσου χοντροκομμένος με τον Jar Jar Binks από τα κακογραμμένα prequel του «Πολέμου των Άστρων».  Όπως ο Jar Jar Binks ήταν μια χοντροκομμένη κι άτεχνη καρικατούρα του Goofy από τα κινούμενα σχέδια του Walt Disney, έτσι και ο Γιάννης ήταν μια χοντροκομμένη κι άτεχνη καρικατούρα ομοφυλόφιλου, στην οποία οι δημιουργοί της σειράς, αλλά και ο ίδιος ο κύριος Μπέζος με τις ερμηνευτικές του επιλογές, φόρτωσαν ό,τι σεξιστικό κλισέ υπάρχει για τους ομοφυλόφιλους. Ο Γιάννης είναι η στερεοτυπική «κραγμένη αδερφή», η υστερική «συκιά»· ένας χαρακτήρας γεμάτος κόμπλεξ, τα οποία αποδίδονται, εμμέσως πλην σαφώς, από το σενάριο στην ομοφυλοφιλία του και όχι στις κοινωνικές προκαταλήψεις και στην περιθωριοποίηση που έχει υποστεί και που σιωπηρά υπονοείται ότι την αξίζει, επειδή δεν είναι «κανονικός άνθρωπος».

Σκεφτόμουν ότι ο Γιάννης του Μπέζου μου θυμίζει τον Φίφη του Παράβα, αλλά μάλλον όχι: ο Γιάννης είναι ένα κακέκτυπο του Φίφη, γιατί είναι τελείως μονοδιάστατος και του λείπουν η καπατσοσύνη, οι εύστοχες ατάκες και οι εκλάμψεις οξυδέρκειας κι ευστροφίας του Φίφη. Επίσης, ο Μπέζος υποδύεται με μιαν υφέρπουσα σεξιστική κακεντρέχεια το Γιάννη: σατιρίζει όχι το ισχυρό, κυρίαρχο κοινωνικό κατεστημένο που τον περιθωριοποίησε και τον φόρτωσε με ενοχές και κόμπλεξ, αλλά το αθώο θύμα της περιθωριοποίησης. Σημειώστε δε ότι ο χαρακτήρας του Γιάννη δεν του δόθηκε έτοιμος. Δεν μπορεί ο Γιάννης Μπέζος να πει «αυτό τον χαρακτήρα μου δώσανε να παίξω, δεν είχα επιλογή». Τον χαρακτήρα αυτό τον έγραψε ο Γιάννης Μπέζος σε συνεργασία με τους υπόλοιπους συντελεστές της σειράς. Η παρουσίαση του Γιάννη ως καρικατούρας ήταν επιλογή του Γιάννη Μπέζου. Ο Μπέζος απευθύνθηκε σε μια σεξιστική κοινωνία, όχι για να της τρίψει στη μούρη τον απάνθρωπο σεξισμό και την «αντρίλα» της, όχι για να σατιρίσει το σεξισμό και την απάνθρωπη υποκρισία της, αλλά για να κολακέψει αυτά της ακριβώς τα χαρακτηριστικά και, μέσω αυτής της κολακείας, να κερδοσκοπήσει.

Fast forward εικοσιτέσσερα χρόνια μετά τους «Απαράδεκτους». Ο Γιάννης Μπέζος υποδύθηκε στη βραχύβια σειρά «Μη Με Σκας» του Alpha έναν ομοφυλόφιλο πατέρα που συζεί με έναν άλλο άνδρα. Σας παραπέμπω στο βίντεο που ενσωμάτωσα στο άρθρο, με τη συνέντευξη του Γιάννη Μπέζου στην εκπομπή «Καλημερούδια» του Mega. Η συνέντευξη είχε ως ένα από τα θέματά της την αποτυχία αυτής της σειράς. Σύμφωνα με τον κύριο Μπέζο, αιτίες της αποτυχίας της σειράς ήταν το «περίεργο» θέμα, καθώς και διάφορες επιλογές που έγιναν ως προς το timing και τα τεχνικά ζητήματα της σειράς. Δεν τον βλέπουμε να ασκεί στον εαυτό του καμία απολύτως κριτική για την επιλογή του να ερμηνεύσει τον χαρακτήρα του ως μια ακόμα σεξιστική καρικατούρα ομοφυλόφιλου.

Αναγνωρίζω, βεβαίως, την εύστοχη επισήμανσή του πως, όταν κάτι που, υπό «κανονικές» συνθήκες, μας βγάζει έξω από τα νερά μας (όπως είναι η ομοφυλοφιλία και η συμβίωση ομόφυλων ατόμων, εν προκειμένω) το βλέπουμε ως αντικείμενο χλευασμού, το δεχόμαστε γιατί το θεωρούμε ανώδυνο, ενώ όταν το βλέπουμε σοβαρά μας είναι επώδυνο. Αναγνώρισε επίσης ως θετική κίνηση την επέκταση του (όχι αρκετά θαρραλέου) συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά το χάλασε με την προτροπή για «σοβαρή» στάση, δηλαδή με την προτροπή του προς τους ομοφυλόφιλους να κρύβουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Δηλαδή, με άλλα λόγια, να μη βλέπουμε σε δημόσιο χώρο ζευγάρια ανδρών ή γυναικών να φιλιούνται ή να αγκαλιάζονται – αυτό είναι προνόμιο μόνο των straight. Με άλλα λόγια: Εγώ που είμαι άνδρας έχω κάθε δικαίωμα να αγκαλιάσω και να φιλήσω την κοπέλα μου στο δρόμο. Αλλά αλίμονο αν ένας άλλος άνδρας φιλήσει ή αγκαλιάσει τον αγαπημένο του ή αν μια γυναίκα φιλήσει ή αγκαλιάσει την αγαπημένη της σε δημόσιο χώρο. Πίσω λοιπόν στη ντουλάπα, είναι η προσταγή του Γιάννη Μπέζου.

Δε μπορώ επίσης να αφήσω ασχολίαστο το «εγώ ξέρω ανθρώπους, πάρα πολύ σημαντικούς, οι οποίοι είναι ομοφυλόφιλοι, ή υπήρξαν στο παρελθόν». Τι ακριβώς θέλει να μας πει ο Γιάννης Μπέζος; Ότι η ομοφυλοφιλία είναι κάτι σαν τη γρίπη και… θεραπεύεται; Ότι μπορεί κάποιος να… πάψει να είναι ομοφυλόφιλος; Εδώ, δυο τινά συμβαίνουν: Ή ο Μπέζος έκανε ένα απίστευτο εκφραστικό λάθος και εννοούσε ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι έχουν πεθάνει πια ή επέδειξε τεράστια άγνοια σχετικά με το θέμα της ομοφυλοφιλίας.

Βεβαίως, ασύγγνωστο ατόπημα αποτελεί η – δηλωτική του συντηρητισμού και του σεξισμού του – τοποθέτησή του για το θέμα της παιδοθεσίας. Πώς είναι δυνατό να είναι καλύτερα ένα παιδί να έχει έναν κακό πατέρα και μια κακή μάνα από το να έχει δυο καλούς πατεράδες ή δυο καλές μανάδες; Πώς προκρίνει μια κακή διαβίωση κι ανατροφή για ένα παιδί, στα χέρια δυο εγνωσμένα και αναγνωρισμένα ανίκανων ή κακών ανθρώπων, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί η οπισθοδρομική απαίτηση για «ετεροκανονικότητα»; Εδώ ο συντηρητισμός του Γιάννη Μπέζου τον οδηγεί στο να γίνει το ίδιο ανάλγητος με τη Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα.

Αλλά και η υπόλοιπη διαδρομή του Γιάννη Μπέζου στην τηλεόραση (π.χ. το σαχλό «Άκρως Οικογενειακόν») δείχνει μια αφοσίωση στον κλασικό, αντιφεμινιστικό, πατροπαράδοτο, πατριαρχικό συντηρητισμό του ελληνικού κινηματογράφου, με τους αυστηρά περιχαρακωμένους έμφυλους ρόλους που έχουν αποδοθεί σε εντελώς σχηματικούς χαρακτήρες, την προπαγάνδιση της θέσης ότι η γυναίκα είναι πρωτίστως για την κουζίνα και την ανατροφή των παιδιών, και – φυσικά – τον τρόμο στην ιδέα ότι μπορεί ο γιος να είναι «τοιούτος». Οπότε, εγώ τουλάχιστον δεν εκπλήσσομαι για τις σεξιστικές, οπισθοδρομικές τοποθετήσεις του Γιάννη Μπέζου. Έχοντας αυτά υπόψη, πιστεύω ότι κακώς προκάλεσαν και στους υπόλοιπους συνανθρώπους μας την κατάπληξη που προκάλεσαν: Ο Γιάννης Μπέζος είναι συνεπέστατα σεξιστής και συνεπέστατα συντηρητικός και δεν παράστησε ποτέ τον προοδευτικό. Το κοινό του ήταν πάντα οι «καθωσπρέπει», οι «τόσο όσο», με τους οποίους ταυτίζεται απόλυτα, και τους οποίους επιδιώκει πάντα να κολακεύει με το τηλεοπτικό του έργο.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-3p

Περί ηθικού κινδύνου…

Στο χώρο των οικονομικών γίνεται συχνά λόγος για κάτι που λέγεται «ηθικός κίνδυνος» (moral hazard). Αυστηρά μιλώντας, ηθικός κίνδυνος εμφανίζεται όταν κάποιος ρισκάρει υπέρμετρα επειδή οι συνέπειες θα επιβαρύνουν κάποιον άλλο. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί ηθικός κίνδυνος όταν οι ενέργειες της μιας πλευράς μπορεί να αλλάξουν, βλάπτοντας την άλλη, μετά το πέρας μιας χρηματοοικονομικής συναλλαγής.

Ήθικός κίνδυνος προκαλείται επίσης κάτω από συνθήκες ασύμμετρης πληροφόρησης: Όταν η πλευρά που ρισκάρει γνωρίζει περισσότερα για τις προθέσεις της από την πλευρά που θα «πληρώσει τα σπασμένα». Γενικά, όταν η πλευρά που ρισκάρει γνωρίζει περισσότερα για τις προθέσεις και τους σκοπούς της από την πλευρά που επιβαρύνεται με τις συνέπειες του κινδύνου, τότε η πλευρά που ρισκάρει έχει κίνητρο να συμπεριφερθεί εις βάρος της πλευράς που έχει λιγότερη πληροφόρηση, ακόμα δε περισσότερο όταν η πλευρά που ρισκάρει βρίσκεται σε θέση ισχύος. Τέτοια φαινόμενα έχουν καταγραφεί πάμπολλες φορές στο χρηματιστηριακό και τραπεζικό χώρο.

Ηθικός κίνδυνος – πραγματικός – υπήρξε με τις διασώσεις των τραπεζών και με την ουσιαστική ασυλία και ατιμωρησία που απολαμβάνουν. Οι τράπεζες αποτελούν τροφοδότες του παγκόσμιου σχήματος Ponzi και του καπιταλιστικού καζίνο, βλάπτουν τους μικρότερους πελάτες τους για να κερδοσκοπήσουν οι ίδιες ή για να μοιραστούν τα κέρδη με συνεργαζόμενες εταιρείες (βλέπε Goldman Sachs), ενώ με τα δαιδαλώδους σχεδίασης και αδιαφανούς λειτουργίας «παράγωγα» βάζουν βόμβες μεγατόνων όχι μόνο στα δικά τους θεμέλια, αλλά στα θεμέλια πολλών εθνικών οικονομιών. Όπως, φερ’ ειπείν, η Deutsche Bank, η οποία τον Ιούνιο του 2015 αναφέρθηκε ότι έχει έκθεση σε τοξικά παράγωγα ύψους 54,7 τρισεκατομμυρίων ευρώ, τη στιγμή που το ΑΕΠ της Γερμανίας είναι 2,74 τρισεκατομμύρια ευρώ και το συνολικό ΑΕΠ της ευρωζώνης 9,6. Τι θα γίνει όταν αυτή η βόμβα εκραγεί; Θα αφεθεί η Deutsche Bank να καταρρεύσει όπως η Lehman Brothers; Και τι θα γίνει τότε; Θα ανακεφαλαιοποιηθεί; Πώς; Τι κούρεμα θα υποστούν οι ομολογιούχοι και οι καταθέτες της; Ποιες θα είναι οι συνέπειες στην ευρωπαϊκή και στην παγκόσμια οικονομία; Θα πάει άραγε κανένα στέλεχός της στη φυλακή; Θα δημευθούν περιουσίες και μισθοί στελεχών; Πολύ αμφιβάλλω.

Ελάχιστες φορές όμως γίνεται λόγος για τον πραγματικό ηθικό κίνδυνο που εμφανίζεται από την τραπεζική απερισκεψία και τη διαπλοκή των εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών με τις κεντρικές τράπεζες, οι οποίες διευκολύνουν την ανομία και επιβάλλουν ασυλία, αντί να επιβλέπουν όπως θα έπρεπε. Ελάχιστες φορές γίνεται λόγος για τον ηθικό κίνδυνο που παρουσιάζουν οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δημιουργήθηκαν με τους κόπους και τους φόρους του εκάστοτε λαού και ξεπουλιούνται αντί πινακίου  φακής σε αμιγώς κερδοσκοπικές επιχειρήσεις (ή ακόμα και σε ξένες κρατικές επιχειρήσεις όπως η Fraport), οι οποίες θα εκμεταλλευτούν έτοιμες υποδομές και θα απολαύσουν κέρδη αβρόχοις ποσί.

Αυτοί που μιλάνε γι’ αυτόν τον ηθικό κίνδυνο (κεϋνσιανοί και αριστεροί οικονομολόγοι) παρουσιάζονται ως γραφικοί και «λαϊκιστές». Ως «μέτωπο της λογικής» παρουσιάζονται οι νεοκλασικοί (γνωστοί και ως «μονεταριστές» ή «νεοφιλελεύθεροι») οικονομολόγοι, οι οποίοι μιλούν αποκλειστικά και μόνο για «άσωτους λαούς» που «ζούσαν πέρα από τις δυνατότητές τους» και «μαζί τα φάγανε» με τους διεφθαρμένους πολιτικούς και ολιγάρχες.

Η ιδέα του ηθικού κινδύνου όμως, όπως την εννοούν οι νεοκλασικοί, δηλαδή (ακρο)δεξιοί, οικονομολόγοι είναι – χωρίς καμία απολύτως δόση υπερβολής – σκέτος, πούρος ναζισμός. Δικαιολογεί τη δαιμονοποίηση ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων (άνεργοι, ΑΜέΑ), αλλά και λαών· τους προσάπτει τη ρετσινιά του «τεμπέλη», του «άσωτου», του «παράσιτου», του «τζαμπατζή», που πρέπει ή να λυτρωθεί μέσω της βασανιστικής τιμωρίας ή να εξοντωθεί βασανιστικά προς παραδειγματισμό όσων θέλουν να γίνουν «άσωτοι» και τέρψη των «ενάρετων».

Σε κάθε περίπτωση, ο σκοπός (τιμωρία ή εξόντωση / τελετουργική ανθρωποθυσία) που θέτουν οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι για το θύμα τους περνά από τη βίαιη πτωχοποίηση, την ταπείνωση, τον εξευτελισμό και την περιθωριοποίηση του «παραβάτη», και την παρακίνηση του «ενάρετου» όχλου σε λιντσάρισμά του «αμαρτωλού», αφού πρώτα νομοθετηθεί η ποινικοποίηση της επιβληθείσας σε αυτόν φτώχειας. Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι χωρίζουν τις κοινωνίες σε δυο κατηγορίες ανθρώπων: Σε «ενάρετους» (που, όλως τυχαίως, είναι πάντα πλούσιοι) και «παράσιτα», «εισβολείς» και «άρπαγες» (τους φτωχούς, τους άνεργους και τους πρόσφυγες). Κατόπιν, έχοντας απεριόριστη και ευνοϊκή πρόσβαση στα συστημικά ΜΜΕ, καλλιεργούν τα χειρότερα και πιο ταπεινά ένστικτα στους «ενάρετους» και στους «εκλεκτούς» και επιστρέφουν τις κοινωνίες στις μεσαιωνικές εποχές με τις δημόσιες βασανιστικές εκτελέσεις «μαγισσών», «αιρετικών» ή «προδοτών».

Το πιο εξοργιστικό, αν και μάλλον είναι αναμενόμενο, με τους νεοκλασικούς είναι ότι μιλούν πάντα για «ηθικό κίνδυνο» όταν πρόκειται για κράτη που βρίσκονται σε δυσμενή θέση σε ασύμμετρους σχηματισμούς τύπου Ε.Ε., ώστε να πουν ότι οι «ενάρετοι» Γερμανοί, Γάλλοι, Τσέχοι, Σλοβάκοι κλπ φορολογούμενοι συντηρούν τους «διεφθαρμένους», «τεμπέληδες» και «άσωτους» Έλληνες, Ιταλούς, Πορτογάλους και Ισπανούς. Ποτέ όμως, μα ποτέ, δε μιλούν για «ηθικό κίνδυνο» όταν διασώζονται τράπεζες των οποίων οι ενέργειες οδήγησαν στην οικονομική κρίση. Ούτε μιλούν για «ηθικό κίνδυνο» όταν απλώς επιβάλλονται μικρά πρόστιμα σε τράπεζες όπως η Wachovia και η HSBC (1 και 2), των οποίων οι διοικήσεις έχουν παραδεχθεί ανάμιξή τους σε ξέπλυμα ναρκοδολαρίων και διευκόλυνση λαθρεμπορίου όπλων για τρομοκρατικές οργανώσεις. Βεβαίως, απλά επιβλήθηκαν κάποια πρόστιμα και όλα καλά. Κανένας τραπεζίτης δεν οδηγήθηκε στη φυλακή, κανένας τραπεζίτης δε συνελήφθη, ούτε διασύρθηκε στα ΜΜΕ, καθώς οι τραπεζίτες, οι βασικοί χρηματοδότες των σπουδών και βασικοί εργοδότες των νεοκλασικών οικονομολόγων, είναι υπεράνω του νόμου. Το πρόβλημά μας, βλέπετε, είναι οι τζαμπατζήδες και οι ζητιάνοι στον ΗΣΑΠ.

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι αποτελούν όνειδος για την επιστημονική κοινότητα και για την ίδια την ανθρωπότητα. Δεν είναι όνειδος μόνο για το ότι οι ιδέες τους επιστημονικά είναι σκέτος τσαρλατανισμός, καθώς βασίζονται σε παραδοχές που δεν απαντώνται σχεδόν ποτέ στην πραγματικότητα, έχοντας έτσι την αξιοπιστία των προβλέψεων των τηλεοπτικών αστρολόγων και χαρτομαντών. Είναι όνειδος για την επιστημονική κοινότητα και την ανθρωπότητα κυρίως για τα πολιτικά και κοινωνικά ήθη που, ως οικόσιτα του πιο διεφθαρμένου αποστήματος των «ελεύθερων» οικονομιών του πλανήτη, καλλιεργούν στην κοινωνία με την προπαγάνδα τους.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-3k

Έκκληση για βοήθεια από το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού

Έκκληση για βοήθεια από το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού. Δε ζητούν χρήματα. Υλικά (πάνες ακράτειας) ζητούν επειδή το κράτος (ο ΕΟΠΥΥ συγκεκριμένα) έχει φεσώσει το Οικοτροφείο του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων Νοητικά Υστερούντων Ατόμων «ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ».