Έλλειψη κριτικής σκέψης, αυτή η μάστιγα

Όλα είχαν ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς. Ο εισηγητής είναι σημαίνον στέλεχος εθνικών και διεθνών επιστημονικών οργανισμών που αφορούν το γνωστικό του αντικείμενο, και έχει σημαντικό επιστημονικό και συγγραφικό έργο στον κλάδο του. Συνεπώς, είχαμε κάθε λόγο να έχουμε υψηλές προσδοκίες από τις διαλέξεις του. Δε θα ασχοληθώ όμως εδώ με τη μεταδοτικότητά του ή με το αν ξέρει να διδάξει, δηλαδή να ξεχωρίσει σε ποια σημεία πρέπει να δώσει έμφαση και περισσότερο χρόνο και ποια μπορεί να προσπεράσει ή απλώς να αναφέρει εν τάχει λόγω δεδομένης προηγούμενης εμπειρίας μας με αυτά ή λόγω της μικρής σπουδαιότητάς τους. Ούτε θα ασχοληθώ με την επιστημονική του επάρκεια· οι διαφάνειες και το υλικό που μας παρείχε καθιστούν σαφές ότι είναι γνώστης του αντικειμένου του.

Αυτό που θα με απασχολήσει είναι ένα χαρακτηριστικό που επέδειξε στην πρώτη κιόλας διάλεξη, αφηγούμενος μια ιστορία που, όπως μας είπε, του αφηγήθηκε κάποτε ένας απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτή η ιστορία είχε ως στόχο να μας δείξει πώς «η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» και δεν τα αξιοποιεί. Καλά, το ξέρουμε ότι γενικά υπάρχει (χωρίς να είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όπως έδειξε ο κύριος Φιγιόν στη Γαλλία με την αργόμισθη κι ακριβοπληρωμένη σύζυγό του) στη χώρα μας ένα καθεστώς νεποτισμού, ευνοιοκρατίας, κομματοκρατίας και οικοσιτισμού, όχι μόνο στο Δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Ξέρουμε επίσης πολύ καλά ότι αυτό το καθεστώς δεν ευνοεί τους ικανούς και σοβαρούς επαγγελματίες, αλλά αντίθετα τους βάζει πάρα πολύ συχνά να ταλαιπωρούνται με ανίκανους, αλλά «αναντικατάστατους», λόγω ειδικών σχέσεων προϊσταμένους, οι οποίοι αποτελούν τροχοπέδη για τον οργανισμό ή την επιχείρηση όπου εργάζονται. Ξέρω επίσης ότι κάμποσοι από τους αναγνώστες μου είναι πιο «υποψιασμένοι» άνθρωποι και οι λέξεις «απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας» τους έκαναν να σκεφτούν «ωχ αμάν, ποιος ξέρει τι δράκους θα διαβάσουμε τώρα», και, όπως θα δείτε, όχι άδικα. Θα ξεκινήσω τώρα την παράθεση της ιστορίας:

Λοιπόν, ο απόστρατος αυτός αξιωματικός ισχυριζόταν ότι κάποτε ήταν μέλος επιτροπής για την προμήθεια ενός οπλικού συστήματος. Δεν ανέφερε από ποια χώρα, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος από όσα αναφέρονται παρακάτω ότι πρόκειται για τις ΗΠΑ. Εντυπωσιάστηκαν λοιπόν οι αξιωματικοί της επιτροπής από αυτό το οπλικό σύστημα και ζήτησαν να μάθουν πώς μπορούμε να το προμηθευτούμε, για να λάβουν όμως αρνητική απάντηση, καθώς η κυβέρνηση της παραγωγού χώρας δεν σκόπευε να το εξάγει ή το προόριζε μόνο για εκείνη και για ένα στενό κύκλο συμμάχων της.

Τότε κάποιος τους ανέφερε ότι ο εφευρέτης αυτού του οπλικού συστήματος ήταν ένας λαμπρός Έλληνας επιστήμονας, αρχισχεδιαστής της κατασκευάστριας εταιρείας, ο οποίος σίγουρα θα μπορούσε να μεσολαβήσει υπέρ μας ώστε να το προμηθευτούμε. Ψάχνουν λοιπόν να βρουν κάποια επαφή μαζί του, αλλά μαθαίνουν από την κατασκευάστρια εταιρεία ότι δεν εργάζεται πια εκεί κι ότι υπηρετεί τη θητεία του στην Ελλάδα.

Εντελώς τυχαία, ο αξιωματικός μας ανακαλύπτει ότι ο επιστήμονας αυτός υπηρετούσε ως σμηνίτης στην Πολεμική Αεροπορία και μάλιστα στον κάτω όροφο από αυτόν (φαντάζομαι στο ΓΕΑ). Πάει λοιπόν κάτω για να τον αναζητήσει, αλλά μαθαίνει ότι πριν από μια βδομάδα είχε απολυθεί. Αναζητά κάποιο στοιχείο επαφής, αλλά δεν είχαν, και ανακαλύπτει επίσης ότι κανείς δεν του είχε δώσει σημασία γιατί τον θεωρούσαν «ψώνιο» κι ότι τους έλεγε «μπαρούφες».

Κι έτσι, σύμφωνα με την ιστορία του απόστρατου αυτού αξιωματικού, οι διασυνδέσεις και οι ικανότητες αυτού του λαμπρού νέου μείνανε ανεκμετάλλευτες κι εμείς δεν προμηθευτήκαμε αυτό το όπλο, ούτε είχαμε την ευκαιρία να καταφέρουμε να παραχθεί ένα αντίγραφό του στην Ελλάδα.

Συγκινητική ιστορία, η οποία σίγουρα θα κάνει πολλούς να πουν «αχ, η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» και «είδατε πόσοι απάτριδες υπάρχουν;»

Λυπάμαι όμως πάρα πολύ που το λέω, αλλά όποιος πίστεψε αυτή την ιστορία είναι τουλάχιστον ανόητος. Γιατί;

Πρώτα απ’ όλα: Στο «μιλητό» δε γίνεται απολύτως τίποτα που να αφορά προμήθειες οπλικών συστημάτων. Ναι, πάνε κλιμάκια του εκάστοτε κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων σε σχετικές εκθέσεις στρατιωτικού υλικού ή, κατοπιν πρόσκλησης, στην έδρα του εκάστοτε κατασκευαστή, ενδεχομένως νέα όπλα επιδεικνύονται και σε κοινές ασκήσεις (όπως η «Partnership for Peace» ή το πρόγραμμα «Tactical Leadership»), ενημερώνονται, βλέπουν, αλλά μέχρι εκεί. Πάντα, μα πάντα το πράγμα ξεκινά είτε με πρόταση του κατασκευαστή προς τις χώρες που κρίνει ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν πελάτες του, είτε με αίτημα της χώρας μας για πληροφόρηση (RfI – Request for Information), είτε με αίτημα της χώρας μας για τιμολογημένη προσφορά (RfP – Request for Proposal). Οπωσδήποτε πάντως, όλα ακολουθούν την επίσημη οδό, ασχέτως από το αν στη διαδρομή το κόστος μπορεί να αυξηθεί λόγω «προμηθειών των μεσολαβούντων» (και ο νοών νοείτω).

Δεύτερον, η απόφαση για την αποδέσμευση ενός οπλικού συστήματος προς εξαγωγή στην Α ή τη Β χώρα εξαρτάται από τα γεωπολιτικά συμφέροντα της παραγωγού χώρας και οι σχεδιαστές του δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο σε αυτή. Είναι απόφαση που λαμβάνεται από το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της παραγωγού χώρας, και το λόγο έχουν μόνον οι υπουργοί και οι διπλωμάτες της παραγωγού χώρας και της χώρας που επιθυμεί να προμηθευτεί το συγκεκριμένο όπλο. Μάλιστα, πολλές χώρες που παράγουν οπλικά συστήματα (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη) πουλούσαν υποβαθμισμένες εκδόσεις στους πελάτες τους. Ξέρουμε ότι αυτή την πρακτική την εφήρμοζαν η Γαλλία, η Σοβιετική Ένωση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, για τις οποίες το αεροσκάφος είναι φορέας ηλεκτρονικών συστημάτων, πυραύλων και βομβών, παίζανε πάντα με την αποδέσμευση ή μη αισθητήρων (π.χ. ραντάρ και ανιχνευτές υπέρυθρου φάσματος), συστημάτων ηλεκτρονικών αντιμέτρων, πυραύλων και βομβών, ανάλογα με τα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.

Τρίτον, τα σύγχρονα οπλικά συστήματα δεν αποτελούν έργο ενός και μόνο σχεδιαστή-εφευρέτη. Αποτελούν έργο τεράστιων ομάδων και υποομάδων, που ο συνολικός αριθμός των μελών τους μπορεί να ξεπερνά και τα τετρακόσια, ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας. Τα δε μέλη αυτών των ομάδων, όχι απλά έχουν ρόλο μόνο σε ένα μικρό μέρος του έργου, αλλά δεσμεύονται ρητά (και μάλιστα με κίνδυνο βαρύτατων ποινικών κυρώσεων για αδικήματα που φτάνουν ακόμη και την κατασκοπεία) για τήρηση εμπιστευτικότητας και απορρήτου. Χώρια που τα πνευματικά δικαιώματα (ευρεσιτεχνίες κ.ο.κ.) ανήκουν στην παραγωγό εταιρεία, για λογαριασμό και στο όνομα της οποίας υποβάλλονται και οι σχετικές αιτήσεις χορήγησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Συνεπώς, αν ο σχεδιαστής οπλικών συστημάτων στο μυαλό σας είναι κάτι σαν τον Κύρο Γρανάζη, βγάλτε τελείως αυτή την εικόνα από το μυαλό σας.

Τέταρτον: Αρχισχεδιαστής αμυντικής βιομηχανίας και να είναι σε στρατεύσιμη (δηλαδή κάτω των 40 ετών) ηλικία; Χλωμό το βλέπω. Πολλώ δε μάλλον να εργάζεται επί αρκετά χρόνια στην αλλοδαπή για να αποδείξει την αξία του στον εργοδότη του και να προαχθεί σε τέτοιο πόστο, μη έχοντας εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και χωρίς να έχει κηρυχθεί ανυπότακτος και φυγόστρατος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μην ξεχνάτε ότι, όπως μπορεί κανείς να καταλάβει από τα συμφραζόμενα, αυτή η ιστορία εκτυλίχθηκε στη δεκαετία του ’80 ή του ’90, σε εποχές που το καθεστώς για τους ανυπότακτους και τους φυγόστρατους ήταν πολύ αυστηρότερο από ό,τι σήμερα. Και μην ξεχνάτε ότι τέτοιες εταιρείες απλά δεν προσλαμβάνουν κάποιον αλλοδαπό αν δεν έχει «ξεμπερδέψει» με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του, βάσει του νομικού πλαισίου της χώρας καταγωγής του.

Πέμπτον, κι εδώ είναι που εμένα μου προκαλούνται πάρα πολλές απορίες, είναι απολύτως αδύνατο μονάδα οποιουδήποτε όπλου των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να μην έχει κρατήσει στοιχεία επαφής με τον κληρωτό που απολύθηκε, καθώς θεωρείται έφεδρος και πρέπει να είναι εύκολο να κληθεί ξανά σε περίπτωση επιστράτευσης ή επανεκπαίδευσης εφέδρων της ΕΣΣΟ του, μέχρι να γίνει άσπρο το απολυτήριό του. Διάολε, πήγαμε φαντάροι και τα ξέρουμε.

Πού είναι όμως η απορία μου; Κατ’ αρχάς, πώς είναι δυνατόν ένας διατελέσας αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ακόμα και για να εντυπωσιάσει έναν ενδεχομένως αδαή, να επιδεικνύει τέτοια άγνοια των βασικών γραφειοκρατικών προβλεπομένων διαδικασιών για την προμήθεια οπλικών συστημάτων, ειδικά όταν είναι σχετικά εύκολο κάποιος να μάθει γι’ αυτές; Πώς είναι δυνατόν ένας στρατιωτικός να μην ξέρει τα βασικά για το καθεστώς του κληρωτού, όπως αυτό ορίζεται από τις κανονιστικές διατάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων;

Σε ό,τι αφορά δε τον ακροατή του αξιωματικού, τον εισηγητή δηλαδή που υιοθέτησε αυτή την αφήγηση και μας τη μετέφερε χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη, πώς είναι δυνατόν, ενώ οι διαλέξεις του δείχνουν ότι, αν μη τι άλλο, καταλαβαίνει από παραγωγικές και βιομηχανικές διαδικασίες, να μην κατανοεί ότι ένα περίπλοκο προϊόν δε μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι το αποτέλεσμα της σκέψης ενός μόνο ατόμου, αλλά της συνεργασίας πολλών ατόμων διαφορετικών δεξιοτήτων; Πώς μπορεί να μην καταλαβαίνει τι ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, ευρεσιτεχνιών και άλλων δεσμεύσεων υπάρχουν σε στρατιωτικά προϊόντα; Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος, που κι εκείνος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, να μη μπαίνει σε υποψίες για τις εξώφθαλμες ανακρίβειες όσον αφορά το κανονιστικό καθεστώς ενός κληρωτού;

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αυτή η ιστορία μπάζει σα σουρωτήρι για μακαρόνια, περίπου όπως οι ιστορίες των εμπόρων εθνικιστικής συνωμοσιολογίας και εθνικιστικού μυστικισμού. Το κακό είναι όμως ότι τέτοιες ιστορίες γίνονται πιστευτές κι εξαπλώνονται σαν πυρκαγιές σε πευκοδάση με οχτώ μπωφόρ άνεμο. Είμαι σίγουρος ότι η συγκεκριμένη ιστορία ήδη έχει διαδοθεί αρκετά, από στόμα σε στόμα – όπως έγινε και με άλλες, ακόμα πιο αστήρικτες. Κι αυτό γιατί γενικά έχουμε μάθει στο «πίστευε τω θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον»: έχουμε εκπαιδευτεί – σε βαθμό μάλιστα που έχει γίνει πια αυτοματισμός – να μην ελέγχουμε με τις γνώσεις και την εμπειρία μας μια εντυπωσιακή ιστορία που μας αφηγείται κάποιος, αλλά να την καταπίνουμε αμάσητη, μόνο και μόνο επειδή:

  1. Μας λέει ωραία λόγια για την αναξιοποίητη ανωτερότητα της φυλής μας.
  2. Μας αποκοιμίζει με αφηγήσεις για «πανίσχυρους Έλληνες» που «μεριμνούν για το έθνος» και «περιμένουν για να αναλάβουν δράση και να τσακίσουν τους Εβραίους και τους Τούρκους».
  3. Είναι αρκούντως εντυπωσιακή.
  4. Περιέχει αιχμές κατά των «εθνομηδενιστών», των «εθνοπροδοτών» και των «κακών δημοσίων υπαλλήλων» που δεν αξιοποιούν την παντοδυναμία των «πανίσχυρων Ελλήνων» που «μεριμνούν για το έθνος» και «περιμένουν για να αναλάβουν δράση».

Γιατί όμως αυτό; Γιατί, πολύ απλά, έτσι μας εκπαιδεύουν. Το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αντί να προάγει την κριτική σκέψη, προάγει τη θαυματολογία, τον εθνικό/εθνικιστικό μυστικισμό και μεσσιανισμό, το μεγαλοϊδεατισμό (Κόκκινη Μηλιά κλπ), καθώς και την άκριτη πίστη σε εντυπωσιακά, πλην όμως πανεύκολο να καταρρεύσουν έτσι κι αντιπαρατεθούν με τα πραγματικά δεδομένα, αφηγήματα, και δεν θέλει να παράγει ανθρώπους που να μπορούν να μοιράσουν δυο γαϊδουριών άχυρο και να σκεφτούν λογικά. Και μετά απορούμε που ο Γεώργιος Γκιόλβας (για παράδειγμα…) είχε τόσους οπαδούς και που έχει τέτοια απήχηση ο Αρτέμης Σώρρας, όταν κοτζάμ επιστήμονας, με τόσες περγαμηνές, δεν πέρασε από το φίλτρο της κριτικής του σκέψης αυτή την απίθανη ιστορία και δεν δίστασε να την αφηγηθεί τελείως ανεπιφύλακτα μπροστά σε ακροατήριο αποτελούμενο από ανθρώπους με μεταπτυχιακά και διδακτορικά;

.

 Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-4D

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s