Η Λόλα στο κρεβάτι του Προκρούστη

Νομίζω ότι είναι ασφαλές να πω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος οποιασδήποτε ηλικίας σ’αυτή τη χώρα που να μην έχει ακούσει έστω και μια φορά κάποιο τραγούδι του Πασχάλη Αρβανιτίδη. Αγαπήθηκε πολύ για την εξαιρετική του φωνή και ερμηνεία άλλωστε και σχεδόν κάθε σπίτι είχε δίσκους και κασέτες του. Όπως όλοι οι συνομήλικοί μου, έτσι κι εγώ μεγάλωσα με αυτόν.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ένα πολύ μεγάλο μέρος της παραγωγής του δε μπόρεσε ποτέ να με αγγίξει. Ειδικά από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι δίσκοι του είχαν πολύ «έρμα»: Από τα δέκα, μπορεί και δεκαπέντε, τραγούδια του δίσκου, άντε ν’αξίζανε (ή να ήταν απλώς ανεκτά) τα τρία. Όλα τα υπόλοιπα ήταν εκεί μόνο για να γεμίζουν χώρο. Επιπλέον, κακά τα ψέματα: Τους τραγουδιστές και τα συγκροτήματα που διαλέγουμε ουσιαστικά τους διαλέγουμε για να λειτουργούν σαν εκπρόσωποι της ψυχής μας, για να πουν με τα τραγούδια τους αυτά που εμείς δε μπορούμε να βάλουμε στο χαρτί ή δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε. Ο Πασχάλης είχε πάψει ήδη από τα δεκαπέντε μου να μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο. Δε μ’άγγιζε πια.

Το δισκογραφικό ντεμπούτο του Πασχάλη Αρβανιτίδη (και κύκνειο άσμα των Olympians) ως σόλο τραγουδιστή. Πηγή: Discogs

Τυχαίνει να έχω μια συμπαθητική δισκοθήκη: καμιά σαρανταριά βινύλια και κάπου τριακόσια πενήντα CD. Κάποια μέρα, τράβηξε την προσοχή μου, για πρώτη φορά μετά από είκοσι και βάλε χρόνια, το δισκογραφικό ντεμπούτο του Πασχάλη. Ήταν ένας δίσκος του 1972, που κανονικά θα έπρεπε να είχε κυκλοφορήσει με το όνομα των Olympians, που τότε είχαν στη δύναμή τους τους εξαιρετικούς Παντελή Δεληγιαννίδη (κιθάρα) και Γιώργο Ζηκογιάννη (μπάσο), αλλά, λόγω κάποιων μεθοδεύσεων, κυκλοφόρησε ως «Πασχάλης & Olympians», όπως διαβάζουμε στη συνέντευξη του Άλκη Κακαλιάγκου, κιμπορντίστα των Olympians, στο MusicHeaven. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά από ό,τι τα θυμάται ο κ. Κακαλιάγκος: Στο εξώφυλλο δεν υπάρχει καμία αναφορά στο συγκρότημα – τους σβήσανε κανονικά, όπως έσβησε ο Στάλιν τον Νικολάι Γιεζόφ. Η μοναδική αναφορά στο συγκρότημα ήταν ένα «Συμμετέχουν οι OLYMPIANS» στο οπισθόφυλλο, μεταξύ του καταλόγου των τραγουδιών και του συνοδευτικού κειμένου, σα να ήταν μια «φιλική συμμετοχή» ή σα να ήταν ένα άσχετο support συγκρότημα αποτελούμενο από μουσικούς που τα ονόματά τους δεν είχαν καμία σημασίαΠροφανώς, το μήνυμα ήταν ότι «οι Olympians ψόφησαν, ξεχάστε τους, τώρα μόνο Πασχάλης».

Παρόλο που για χρόνια, ειδικά στην παιδική μου ηλικία, μου άρεσαν κάμποσα από εκείνα τα τραγούδια, τώρα πια καταλαβαίνω ότι ήταν ένας δίσκος χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, σαν ανάλυση νεοκλασικού οικονομολόγου ένα πράγμα. Φαινόταν βέβαια μια προδιάθεση εκ μέρους του Πασχάλη να διασκευάζει με ελληνικό στίχο ξένα τραγούδια, όπως φαινόταν και η προτίμησή του – εκείνα τα χρόνια – σε χριστιανοψυχεδελοχίπικο υλικό που είχε ήχο αντίστοιχο με αυτό του Cliff Richard και του Roberto Carlos (του τραγουδιστή, όχι του ποδοσφαιριστή!). Προσωπικά, ακόμα απορώ πώς το «Ευχές Για Σας», διασκευή του «Here’s To You», ένα τραγούδι-ύμνος για τους αναρχικούς Sacco & Vanzetti (γίνεται μάλιστα αναφορά στην ταινία από την οποία προέρχεται στο οπισθόφυλλο του δίσκου!), κατάφερε να ξεφύγει από την άγρυπνη λογοκρισία, πώς δεν κατασχέθηκαν εξαιτίας του όλες οι κόπιες του δίσκου την επομένη της κυκλοφορίας του, και πώς ο ίδιος ο τραγουδιστής και οι συντελεστές του δίσκου δεν ήρθαν σε επαφή με την «αρχαιοελληνική φιλοξενία» της ΕΑΤ-ΕΣΑ. Αλλά αυτό το τραγούδι συγκαταλέγεται στις καλές στιγμές του δίσκου.

Αυτό όμως που αρχικά μου φαινόταν διασκεδαστικό και τώρα πια μου φαίνεται πολύ ενοχλητικό είναι η διασκευή του τραγουδιού «Lola» των Kinks. Για όσους δεν το έχετε ακούσει (πολύ κακώς) από το πρωτότυπο, θα πω ότι είναι ένα ροκ τραγούδι με θέμα τη γνωριμία και ερωτική επαφή ενός άβγαλτου νεαρού άντρα με μια τρανς, τη Lola. Συνεπές προς το πνεύμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, το τραγούδι εμφανίζει τον αφηγητή να έχει απολαύσει τη γνωριμία του με τη Lola, να την αποδέχεται γι’αυτό που είναι και να την αγαπάει γι’αυτό που είναι.

Μάλιστα, οι Kinks στην αφήγησή τους δίνουν αυτενέργεια (agency) στη Lola και την εμφανίζουν να παίρνει αυτή την πρωτοβουλία για να προσεγγίσει το νεαρό αφηγητή. Το τραγούδι αυτό διασκευάστηκε κι από τους Olympians στο δισκογραφικό τους κύκνειο άσμα, που τελικά έγινε ντεμπούτο του Πασχάλη. Ωστόσο, το τραγούδι κυριολεκτικά τοποθετήθηκε στο κρεβάτι του Προκρούστη και, παρόλο που η μουσική απόδοση δεν είναι καθόλου άσχημη (με Ζηκογιάννη, Κακαλιάγκο και Δεληγιαννίδη το μουσικό αποτέλεσμα είναι λίγο-πολύ εγγυημένο), ο Πασχάλης (credits όπως αναφέρονται στην ετικέτα του δίσκου: R. Douglas Davies – Π. Αρβανιτίδης) ανέλαβε την «προσαρμογή» του τραγουδιού στα «χρηστά ήθη» της τότε ελληνικής κοινωνίας:

Αφαιρεί την πρωτοβουλία από τη Λόλα. Αυτός που την πλησιάζει είναι ο αφηγητης. Αναφέρει τη βαριά φωνή της, αρχικά σαν ένα γοητευτικό χαρακτηριστικό, αλλά μετά: «κάτι νομίζω δεν πάει καλά, γιατί όλοι μου λένε πρόσεχε καλά με τη Λόλα», και στη συνέχεια «δε μπορούσα να το φανταστώ πως μπορεί να ήτανε στ’αλήθεια αυτό για τη Λόλα» – δηλαδή μας λέει «Παναγιά μου και Χριστέ μου, τι πήγα να πάθω ο δόλιος, πώς τη γλίτωσα!» Και το τραγούδι κλείνει με το «τώρα το ξέρω και προσέχω πολύ τα κορίτσια που έχουνε βαριά φωνή σαν τη Λόλα». Γιατί προφανώς κυκλοφορούν αρκετές τραβεστί εκεί έξω, οι οποίες προσπαθούν να ξελογιάσουν αθώους άντρες και να τους «χαλάσουν».

Πραγματικά, ο Πασχάλης κατάφερε και πετσόκοψε εντελώς το τραγούδι. Από trans-positive και προοδευτικό, το μετέτρεψε σε ένα τρανσφοβικό, ομοφοβικό, ηθικολογικό κήρυγμα. Και μη μου πείτε «ναι, αλλά η εποχή εκείνη…» Ξέρω πώς ήταν εκείνη η εποχή, μου τα έχουν αφηγηθεί οι γονείς μου και ξέρω ότι αυτές οι αντιλήψεις παρέμειναν βαθιά ριζωμένες ως και τις μέρες μας. Όμως αυτό δεν αλλάζει κάτι όσον αφορά το βαθύτατα σεξιστικό μήνυμα του τραγουδιού.

Θα μπορούσε ο Πασχάλης, από το να γράψει αυτούς τους στίχους που δαιμονοποιούν, στοχοποιούν και γελοιοποιούν μια πολύ ταλαιπωρημένη κατηγορία συνανθρώπων μας, που, αν θέλουμε εμείς οι «φυσιολογικοί» να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους ότι δε μας έχουν πειράξει σε τίποτα, να μην τους γράψει και να μην κάνει αυτή τη διασκευή. Θα μπορούσε να ζητήσει ένα άλλο τραγούδι από την εταιρεία για να ερμηνεύσει ή να διασκευάσει. Θα μπορούσε ακόμα, ξέρω’γω, να γεμίσει χώρο στο δίσκο βάζοντας κι από ένα κουπλέ ακόμα στο στιχουργικά και νοηματικά ημιτελές «Ω! Θεέ» ή στην «Ψεύτικη Αλήθεια». Δεν το έκανε όμως.

.

Shortlink: https://wp.me/p6dBlh-6v

Advertisements

Όταν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραπλανούν

Υπάρχει μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα ταξιδιωτών που επιθυμούν να ξεφύγουν από τη λαίλαπα των «all-inclusive» πακέτων διακοπών και αποζητούν να γνωρίσουν την ιστορία, την ομορφιά και την πολιτιστική-πολιτισμική κληρονομιά του τόπου που επέλεξαν για τις διακοπές τους και να περιηγηθούν με δική τους πρωτοβουλία, αντί να τους σέρνει ένας tour operator σαν κοπάδι.

Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι κατά κανόνα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω για να απολαύσουν ξεχωριστές, υψηλότερης ποιότητας διακοπές. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που αποτελούν το target group όχι μόνο επιχειρήσεων που ασχολούνται με τον αγροτουρισμό, τον οικοτουρισμό, τον οινοτουρισμό, τον ιπποτουρισμό κλπ, αλλά και διαφόρων καταλυμάτων που αυτοπροσδιορίζονται με βαρύγδουπους νεολογισμούς που ξεκινούν από τον όρο «boutique hotel» και φτάνουν ως τον «museum hotel».

Συνέχεια

Ένα πολυσυζητημένο δυστύχημα, η ταξική διάστασή του κι ο ντετερμινισμός…

Ξέρω, ξέρω τι θα πείτε. Πάει καιρός από τότε, περσινά ξινά σταφύλια, αλλά τι να κάνουμε, έχουμε και δουλειές και δεν είμαι επαγγελματίας μπλόγκερ να μην κάνω τίποτε άλλο από το να γράφω σεντόνια κάθε μέρα. Αποφάσισα τελικά να καταπιαστώ με το δυστύχημα του Βακάκη και να γράψω κι εγώ την αποψάρα μου. Ας δούμε λίγο τα πράγματα από την αρχή…

Οι σκηνές του δυστυχήματος που προκάλεσε ο 23χρονος Γιώργος Βακάκης, διάδοχος της εγχώριας αυτοκρατορίας εμπορίου παιχνιδιών (και όχι μόνο…) Jumbo μας είναι πια πασίγνωστες, αν και πολύ αμφιβάλλω – κρίνοντας εξ όσων ζω κάθε μέρα από ιδιοκτήτες γερμανικών (über alles) αυτοκινήτων «γοήτρου» – αν έχουμε διδαχθεί τίποτα. Το δυστύχημα αυτό έγινε θρύλος – για πόσο άραγε; – για δυο βασικούς λόγους:

Συνέχεια

Η θεσμοθετημένη ακαδημαϊκή λογοκλοπή

Στο γραφείο μου αναπαύεται ένα βιβλίο-τούβλο. Χίλιες σελίδες και βάλε. Πραγματεύεται ένα μάλλον εξειδικευμένο γνωστικό αντικείμενο, με το οποίο ο πολύς κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος, και φέρει φαρδύ-πλατύ το όνομα του συγγραφέως. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ένας πολύ δραστήριος Έλληνας καθηγητής, που χαίρει διεθνούς εκτίμησης για τα πάμπολλα και καλής ποιότητας άρθρα που έχει παρουσιάσει σε διεθνή συνέδρια και περιοδικά.

Όλα καλά μέχρι εδώ, έτσι; Όχι και τόσο. Βλέπετε, αρκετά από τα κεφάλαια του εν λόγω βιβλίου είναι στην πραγματικότητα απαλλακτικές εργασίες εξαμήνου μεταπτυχιακών φοιτητών. Ξέρετε, από εκείνες που αναλαμβάνουν οι φοιτητές με το δέλεαρ της καλύτερης προοπτικής για καλό βαθμό, της υπόσχεσης ότι θα αποτελέσουν ενότητες ή κεφάλαια μελλοντικών βιβλίων στα οποία θα αναφέρεται το όνομα του συντάκτη, της (αναμενόμενης) απαλλαγής από την επίπονη εξεταστική διαδικασία, κ.ο.κ. Τα ξέρω, τα έχω δει, τα έχω περάσει – όπως τα έχει περάσει και πολύς άλλος κόσμος.

Στην ουσία, οι καθηγητές απολαμβάνουν τα οφέλη δωρεάν εργασίας, από την οποία χτίζουν ολόκληρα χαρτοφυλάκια εργασιών, τις οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν κατά το δοκούν, όποτε εκείνοι κρίνουν χρήσιμο. Δεν τους κοστίζει τίποτε η ανάθεση εργασιών, ούτε η συλλογή, σταχυολόγηση, αξιολόγηση και, εν τέλει, η κατανομή τους σε κεφάλαια και σε βιβλία. Τουναντίον, η αξιολόγηση (βαθμολόγηση) περιλαμβάνεται στην έτσι κι αλλιώς αμειβόμενη εργασία του εκάστοτε μέλους ΔΕΠ, ενώ από το τελικό αποτέλεσμα βγάζουν κέρδος, από το οποίο οι συντάκτες των εργασιών δεν λαμβάνουν κανένα μερίδιο. Το βιβλίο που ανέφερα δεν είναι το μόνο που γράφτηκε με αυτή τη μέθοδο. Είτε μας αρέσει είτε όχι, τα περισσότερα ακαδημαϊκά συγγράμματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά απαλλακτικές μεταπτυχιακές (ή ακόμα και προπτυχιακές, σε ορισμένες περιπτώσεις) εργασίες εξαμήνου φοιτητών βαλμένες στη σειρά. Αυτό σίγουρα εξηγεί εν μέρει το γιατί τα περισσότερα ακαδημαϊκά συγγράμματα δεν διαβάζονται με τίποτα, αλλά το αβυσσαλέο γραμματικό και συντακτικό τους επίπεδο δεν είναι το ζήτημα που μας απασχολεί τώρα.

Το πρόβλημα είναι η νοοτροπία του «καθηγηταρά», ο οποίος παίρνει έτοιμη και δωρεάν δουλειά που έχουν κάνει για λογαριασμό του οι φοιτητές, δελεασμένοι από το τυράκι της απαλλαγής από την τελική εξέταση, του καλύτερου βαθμού και, το σημαντικότερο, της αναφοράς του ονόματός τους σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο και τη χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος, αθετώντας μια από τις βασικές υποσχέσεις του: την αναφορά του ονόματος του συντάκτη.

Πώς το κάνει αυτό; Πρώτα απ’ όλα, εμφανίζεται ως συγγραφέας του βιβλίου κι όχι ως έχων την επιμέλεια. Εμφανίζεται ως author κι όχι ως editor, που θα ήταν το ακριβές και ηθικά σωστό. Δεύτερον, αν και στο eclass και στα αρχεία του εργαστηρίου του και της σχολής υπάρχουν οι αρχικές εργασίες των φοιτητών, οι οποίες παρατέθηκαν αυτολεξεί στο βιβλίο ως κεφάλαια ή ενότητές του, στο βιβλίο τα ονόματα των φοιτητών που τις συνέταξαν απουσίαζουν ως διά μαγείας.

Έτσι, ο φοιτητής που κόπιασε για να γράψει αυτές τις δέκα, δεκαπέντε, είκοσι σελίδες που ο καθηγητής οικειοποιήθηκε και παρουσίασε ως δικές του, δεν πιστώνεται με δημοσίευση σε βιβλίο, στερούμενος έτσι τη δυνατότητα να προσθέσει στο βιογραφικό του μερικές επιστημονικές δημοσιεύσεις που θα μπορούσαν να του προσφέρουν καλύτερες πιθανότητες πρόσληψης σε κάποιο επιστημονικό φορέα. Κι επίσης, είναι και το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων στη μέση: Παρουσιάζοντας – ψευδώς – ο καθηγητής τον εαυτό του ως συγγραφέα, καρπώνεται το σύνολο της προμήθειας από τις πωλήσεις του βιβλίου κι οι φοιτητές που συνέβαλαν σε αυτό με τις εργασίες τους, τις οποίες οικειοποιήθηκε, δεν παίρνουν δεκάρα τσακιστή. Έτσι, ο καθηγητής, αυτός ο πυλώνας της ανώτατης εκπαίδευσης που τον έχουμε περιβάλει με τόσο δέος και σεβασμό, προκαλεί στους φοιτητές του ηθική, επαγγελματική και οικονομική ζημία.

Αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, αποτελεί λογοκλοπή και μάλιστα είναι μια πρακτική παγκοσμίως διαδεδομένη, θεσμοθετημένη και συστημική. Ξεκινά από την απαίτηση πάμπολλων καθηγητών στις δημοσιεύσεις των μεταπτυχιακών τους φοιτητών και των υποψηφίων τους διδακτόρων να μπαίνει πρώτα το δικό τους όνομα κι όχι των φοιτητών που πραγματικά τις έγραψαν, ορμώμενοι από το απαράδεκτο σκεπτικό «αν δεν σου έδινα εγώ το θέμα, εσύ δεν θα έγραφες τίποτα», στο οποίο μπορεί κανείς πολύ εύκολα να αντιτείνει «αν μπορούσες να το γράψεις μόνος σου κι εγώ δε μετράω καθόλου, γιατί δεν το έγραφες εξαρχής μόνος σου, να το κάνεις και καλύτερα;» Ακριβώς αυτή η υπεροπτική νοοτροπία των μεγαλοκαθηγητών απέναντι στους φοιτητές τους βρίσκεται πίσω και από αυτή τη θεσμοθετημένη, συστημική και – δυστυχώς – ευρύτατα αποδεκτή λογοκλοπή από την οποία προκύπτουν πάμπολλα ακαδημαϊκά συγγράμματα, τα οποία μάλιστα είναι επίσης υπερτιμολογημένα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον κρατικό προϋπολογισμό (στις χώρες που παρέχουν «δωρεάν» συγγράμματα στους φοιτητές τους) ή για τις πενιχρές οικονομικές δυνάμεις των φοιτητών και των οικογενειών τους. Ουσιαστικά, πρόκειται για παρασιτισμό.

Θα μου πείτε «ωραία, γιατί δεν κινούνται δικαστικά οι φοιτητές;» Προφανώς ξεχνάτε ότι, αν τολμήσει ένας φοιτητάκος να κινηθεί κατά του επιστημονικού του υπευθύνου για οποιονδήποτε λόγο, οι ελπίδες του να προσληφθεί σε οποιοδήποτε ελληνικό ΑΕΙ ή ΤΕΙ απλώς παύουν να υπάρχουν. Σας υπενθυμίζω την ευνοϊκή στάση που τηρούν τα δικαστήρια προς τους καθηγητές, όταν αυτοί βρίσκονται σε διαμάχη με φοιτητές οι οποίοι, στα μάτια του μέσου Έλληνα δικαστή, είναι εξ ορισμού τεμπέληδες, άχρηστοι, κουτοπόνηροι και μικροεκβιαστές.

Κατά τα άλλα, νοιαζόμαστε για την αποφυγή της λογοκλοπής. Έχουμε ολόκληρες βάσεις δεδομένων και εξελιγμένα λογισμικά που συγκρίνουν συγγράμματα, εργασίες κ.ο.κ. για να διαπιστωθεί αν κάποιος έκλεψε από κάποιον άλλο, έστω και εκ παραδρομής (που δεν είναι δύσκολο να σου ξεφύγει κάτι όταν γράφεις μόνος σου μια εργασία των εκατό και βάλε σελίδων). Εφηύραμε το αδίκημα της «αυτολογοκλοπής», δηλαδή το να χρησιμοποιήσεις υπάρχουσα εργασία σου ως βάση για κάποια μελλοντική. Τα πανεπιστήμια εκδίδουν οδηγίες προς τους φοιτητές τους για το πώς θα αποφύγουν την εκ παραδρομής λογοκλοπή στις εργασίες τους. Αλλά με αυτή τη μορφή λογοκλοπής, που είναι μια από τις πιο βάναυσες, καθώς στρέφεται εις βάρος του ασθενέστερου μέλους της έτσι κι αλλιώς ετεροβαρούς και άνισης σχέσης καθηγητή-φοιτητή, δεν ασχολείται κανένας, ενδεχομένως λόγω και της εχθρικής διάθεσης των περισσοτέρων «έγκριτων» ΜΜΕ προς τους φοιτητές που διεκδικούν καλύτερες συνθήκες στις σπουδές τους και καλύτερες προοπτικές μετά από αυτές.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-4K

Έλλειψη κριτικής σκέψης, αυτή η μάστιγα

Όλα είχαν ξεκινήσει με τους καλύτερους οιωνούς. Ο εισηγητής είναι σημαίνον στέλεχος εθνικών και διεθνών επιστημονικών οργανισμών που αφορούν το γνωστικό του αντικείμενο, και έχει σημαντικό επιστημονικό και συγγραφικό έργο στον κλάδο του. Συνεπώς, είχαμε κάθε λόγο να έχουμε υψηλές προσδοκίες από τις διαλέξεις του. Δε θα ασχοληθώ όμως εδώ με τη μεταδοτικότητά του ή με το αν ξέρει να διδάξει, δηλαδή να ξεχωρίσει σε ποια σημεία πρέπει να δώσει έμφαση και περισσότερο χρόνο και ποια μπορεί να προσπεράσει ή απλώς να αναφέρει εν τάχει λόγω δεδομένης προηγούμενης εμπειρίας μας με αυτά ή λόγω της μικρής σπουδαιότητάς τους. Ούτε θα ασχοληθώ με την επιστημονική του επάρκεια· οι διαφάνειες και το υλικό που μας παρείχε καθιστούν σαφές ότι είναι γνώστης του αντικειμένου του.

Αυτό που θα με απασχολήσει είναι ένα χαρακτηριστικό που επέδειξε στην πρώτη κιόλας διάλεξη, αφηγούμενος μια ιστορία που, όπως μας είπε, του αφηγήθηκε κάποτε ένας απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Αυτή η ιστορία είχε ως στόχο να μας δείξει πώς «η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» και δεν τα αξιοποιεί. Καλά, το ξέρουμε ότι γενικά υπάρχει (χωρίς να είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, όπως έδειξε ο κύριος Φιγιόν στη Γαλλία με την αργόμισθη κι ακριβοπληρωμένη σύζυγό του) στη χώρα μας ένα καθεστώς νεποτισμού, ευνοιοκρατίας, κομματοκρατίας και οικοσιτισμού, όχι μόνο στο Δημόσιο, αλλά και στον ιδιωτικό τομέα. Ξέρουμε επίσης πολύ καλά ότι αυτό το καθεστώς δεν ευνοεί τους ικανούς και σοβαρούς επαγγελματίες, αλλά αντίθετα τους βάζει πάρα πολύ συχνά να ταλαιπωρούνται με ανίκανους, αλλά «αναντικατάστατους», λόγω ειδικών σχέσεων προϊσταμένους, οι οποίοι αποτελούν τροχοπέδη για τον οργανισμό ή την επιχείρηση όπου εργάζονται. Ξέρω επίσης ότι κάμποσοι από τους αναγνώστες μου είναι πιο «υποψιασμένοι» άνθρωποι και οι λέξεις «απόστρατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας» τους έκαναν να σκεφτούν «ωχ αμάν, ποιος ξέρει τι δράκους θα διαβάσουμε τώρα», και, όπως θα δείτε, όχι άδικα. Θα ξεκινήσω τώρα την παράθεση της ιστορίας:

Λοιπόν, ο απόστρατος αυτός αξιωματικός ισχυριζόταν ότι κάποτε ήταν μέλος επιτροπής για την προμήθεια ενός οπλικού συστήματος. Δεν ανέφερε από ποια χώρα, αλλά είμαι σχεδόν βέβαιος από όσα αναφέρονται παρακάτω ότι πρόκειται για τις ΗΠΑ. Εντυπωσιάστηκαν λοιπόν οι αξιωματικοί της επιτροπής από αυτό το οπλικό σύστημα και ζήτησαν να μάθουν πώς μπορούμε να το προμηθευτούμε, για να λάβουν όμως αρνητική απάντηση, καθώς η κυβέρνηση της παραγωγού χώρας δεν σκόπευε να το εξάγει ή το προόριζε μόνο για εκείνη και για ένα στενό κύκλο συμμάχων της.

Τότε κάποιος τους ανέφερε ότι ο εφευρέτης αυτού του οπλικού συστήματος ήταν ένας λαμπρός Έλληνας επιστήμονας, αρχισχεδιαστής της κατασκευάστριας εταιρείας, ο οποίος σίγουρα θα μπορούσε να μεσολαβήσει υπέρ μας ώστε να το προμηθευτούμε. Ψάχνουν λοιπόν να βρουν κάποια επαφή μαζί του, αλλά μαθαίνουν από την κατασκευάστρια εταιρεία ότι δεν εργάζεται πια εκεί κι ότι υπηρετεί τη θητεία του στην Ελλάδα.

Εντελώς τυχαία, ο αξιωματικός μας ανακαλύπτει ότι ο επιστήμονας αυτός υπηρετούσε ως σμηνίτης στην Πολεμική Αεροπορία και μάλιστα στον κάτω όροφο από αυτόν (φαντάζομαι στο ΓΕΑ). Πάει λοιπόν κάτω για να τον αναζητήσει, αλλά μαθαίνει ότι πριν από μια βδομάδα είχε απολυθεί. Αναζητά κάποιο στοιχείο επαφής, αλλά δεν είχαν, και ανακαλύπτει επίσης ότι κανείς δεν του είχε δώσει σημασία γιατί τον θεωρούσαν «ψώνιο» κι ότι τους έλεγε «μπαρούφες».

Κι έτσι, σύμφωνα με την ιστορία του απόστρατου αυτού αξιωματικού, οι διασυνδέσεις και οι ικανότητες αυτού του λαμπρού νέου μείνανε ανεκμετάλλευτες κι εμείς δεν προμηθευτήκαμε αυτό το όπλο, ούτε είχαμε την ευκαιρία να καταφέρουμε να παραχθεί ένα αντίγραφό του στην Ελλάδα.

Συγκινητική ιστορία, η οποία σίγουρα θα κάνει πολλούς να πουν «αχ, η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της» και «είδατε πόσοι απάτριδες υπάρχουν;»

Λυπάμαι όμως πάρα πολύ που το λέω, αλλά όποιος πίστεψε αυτή την ιστορία είναι τουλάχιστον ανόητος. Γιατί;

Πρώτα απ’ όλα: Στο «μιλητό» δε γίνεται απολύτως τίποτα που να αφορά προμήθειες οπλικών συστημάτων. Ναι, πάνε κλιμάκια του εκάστοτε κλάδου των Ενόπλων Δυνάμεων σε σχετικές εκθέσεις στρατιωτικού υλικού ή, κατοπιν πρόσκλησης, στην έδρα του εκάστοτε κατασκευαστή, ενδεχομένως νέα όπλα επιδεικνύονται και σε κοινές ασκήσεις (όπως η «Partnership for Peace» ή το πρόγραμμα «Tactical Leadership»), ενημερώνονται, βλέπουν, αλλά μέχρι εκεί. Πάντα, μα πάντα το πράγμα ξεκινά είτε με πρόταση του κατασκευαστή προς τις χώρες που κρίνει ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν πελάτες του, είτε με αίτημα της χώρας μας για πληροφόρηση (RfI – Request for Information), είτε με αίτημα της χώρας μας για τιμολογημένη προσφορά (RfP – Request for Proposal). Οπωσδήποτε πάντως, όλα ακολουθούν την επίσημη οδό, ασχέτως από το αν στη διαδρομή το κόστος μπορεί να αυξηθεί λόγω «προμηθειών των μεσολαβούντων» (και ο νοών νοείτω).

Δεύτερον, η απόφαση για την αποδέσμευση ενός οπλικού συστήματος προς εξαγωγή στην Α ή τη Β χώρα εξαρτάται από τα γεωπολιτικά συμφέροντα της παραγωγού χώρας και οι σχεδιαστές του δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο σε αυτή. Είναι απόφαση που λαμβάνεται από το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της παραγωγού χώρας, και το λόγο έχουν μόνον οι υπουργοί και οι διπλωμάτες της παραγωγού χώρας και της χώρας που επιθυμεί να προμηθευτεί το συγκεκριμένο όπλο. Μάλιστα, πολλές χώρες που παράγουν οπλικά συστήματα (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη) πουλούσαν υποβαθμισμένες εκδόσεις στους πελάτες τους. Ξέρουμε ότι αυτή την πρακτική την εφήρμοζαν η Γαλλία, η Σοβιετική Ένωση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες, για τις οποίες το αεροσκάφος είναι φορέας ηλεκτρονικών συστημάτων, πυραύλων και βομβών, παίζανε πάντα με την αποδέσμευση ή μη αισθητήρων (π.χ. ραντάρ και ανιχνευτές υπέρυθρου φάσματος), συστημάτων ηλεκτρονικών αντιμέτρων, πυραύλων και βομβών, ανάλογα με τα γεωπολιτικά και οικονομικά τους συμφέροντα.

Τρίτον, τα σύγχρονα οπλικά συστήματα δεν αποτελούν έργο ενός και μόνο σχεδιαστή-εφευρέτη. Αποτελούν έργο τεράστιων ομάδων και υποομάδων, που ο συνολικός αριθμός των μελών τους μπορεί να ξεπερνά και τα τετρακόσια, ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας. Τα δε μέλη αυτών των ομάδων, όχι απλά έχουν ρόλο μόνο σε ένα μικρό μέρος του έργου, αλλά δεσμεύονται ρητά (και μάλιστα με κίνδυνο βαρύτατων ποινικών κυρώσεων για αδικήματα που φτάνουν ακόμη και την κατασκοπεία) για τήρηση εμπιστευτικότητας και απορρήτου. Χώρια που τα πνευματικά δικαιώματα (ευρεσιτεχνίες κ.ο.κ.) ανήκουν στην παραγωγό εταιρεία, για λογαριασμό και στο όνομα της οποίας υποβάλλονται και οι σχετικές αιτήσεις χορήγησης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Συνεπώς, αν ο σχεδιαστής οπλικών συστημάτων στο μυαλό σας είναι κάτι σαν τον Κύρο Γρανάζη, βγάλτε τελείως αυτή την εικόνα από το μυαλό σας.

Τέταρτον: Αρχισχεδιαστής αμυντικής βιομηχανίας και να είναι σε στρατεύσιμη (δηλαδή κάτω των 40 ετών) ηλικία; Χλωμό το βλέπω. Πολλώ δε μάλλον να εργάζεται επί αρκετά χρόνια στην αλλοδαπή για να αποδείξει την αξία του στον εργοδότη του και να προαχθεί σε τέτοιο πόστο, μη έχοντας εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και χωρίς να έχει κηρυχθεί ανυπότακτος και φυγόστρατος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Μην ξεχνάτε ότι, όπως μπορεί κανείς να καταλάβει από τα συμφραζόμενα, αυτή η ιστορία εκτυλίχθηκε στη δεκαετία του ’80 ή του ’90, σε εποχές που το καθεστώς για τους ανυπότακτους και τους φυγόστρατους ήταν πολύ αυστηρότερο από ό,τι σήμερα. Και μην ξεχνάτε ότι τέτοιες εταιρείες απλά δεν προσλαμβάνουν κάποιον αλλοδαπό αν δεν έχει «ξεμπερδέψει» με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις του, βάσει του νομικού πλαισίου της χώρας καταγωγής του.

Πέμπτον, κι εδώ είναι που εμένα μου προκαλούνται πάρα πολλές απορίες, είναι απολύτως αδύνατο μονάδα οποιουδήποτε όπλου των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων να μην έχει κρατήσει στοιχεία επαφής με τον κληρωτό που απολύθηκε, καθώς θεωρείται έφεδρος και πρέπει να είναι εύκολο να κληθεί ξανά σε περίπτωση επιστράτευσης ή επανεκπαίδευσης εφέδρων της ΕΣΣΟ του, μέχρι να γίνει άσπρο το απολυτήριό του. Διάολε, πήγαμε φαντάροι και τα ξέρουμε.

Πού είναι όμως η απορία μου; Κατ’ αρχάς, πώς είναι δυνατόν ένας διατελέσας αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ακόμα και για να εντυπωσιάσει έναν ενδεχομένως αδαή, να επιδεικνύει τέτοια άγνοια των βασικών γραφειοκρατικών προβλεπομένων διαδικασιών για την προμήθεια οπλικών συστημάτων, ειδικά όταν είναι σχετικά εύκολο κάποιος να μάθει γι’ αυτές; Πώς είναι δυνατόν ένας στρατιωτικός να μην ξέρει τα βασικά για το καθεστώς του κληρωτού, όπως αυτό ορίζεται από τις κανονιστικές διατάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων;

Σε ό,τι αφορά δε τον ακροατή του αξιωματικού, τον εισηγητή δηλαδή που υιοθέτησε αυτή την αφήγηση και μας τη μετέφερε χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη, πώς είναι δυνατόν, ενώ οι διαλέξεις του δείχνουν ότι, αν μη τι άλλο, καταλαβαίνει από παραγωγικές και βιομηχανικές διαδικασίες, να μην κατανοεί ότι ένα περίπλοκο προϊόν δε μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι το αποτέλεσμα της σκέψης ενός μόνο ατόμου, αλλά της συνεργασίας πολλών ατόμων διαφορετικών δεξιοτήτων; Πώς μπορεί να μην καταλαβαίνει τι ζητήματα πνευματικών δικαιωμάτων, ευρεσιτεχνιών και άλλων δεσμεύσεων υπάρχουν σε στρατιωτικά προϊόντα; Πώς είναι δυνατόν ο ίδιος, που κι εκείνος υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, να μη μπαίνει σε υποψίες για τις εξώφθαλμες ανακρίβειες όσον αφορά το κανονιστικό καθεστώς ενός κληρωτού;

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αυτή η ιστορία μπάζει σα σουρωτήρι για μακαρόνια, περίπου όπως οι ιστορίες των εμπόρων εθνικιστικής συνωμοσιολογίας και εθνικιστικού μυστικισμού. Το κακό είναι όμως ότι τέτοιες ιστορίες γίνονται πιστευτές κι εξαπλώνονται σαν πυρκαγιές σε πευκοδάση με οχτώ μπωφόρ άνεμο. Είμαι σίγουρος ότι η συγκεκριμένη ιστορία ήδη έχει διαδοθεί αρκετά, από στόμα σε στόμα – όπως έγινε και με άλλες, ακόμα πιο αστήρικτες. Κι αυτό γιατί γενικά έχουμε μάθει στο «πίστευε τω θαύματι και μη ερεύνα λογισμοίς το γενόμενον»: έχουμε εκπαιδευτεί – σε βαθμό μάλιστα που έχει γίνει πια αυτοματισμός – να μην ελέγχουμε με τις γνώσεις και την εμπειρία μας μια εντυπωσιακή ιστορία που μας αφηγείται κάποιος, αλλά να την καταπίνουμε αμάσητη, μόνο και μόνο επειδή:

  1. Μας λέει ωραία λόγια για την αναξιοποίητη ανωτερότητα της φυλής μας.
  2. Μας αποκοιμίζει με αφηγήσεις για «πανίσχυρους Έλληνες» που «μεριμνούν για το έθνος» και «περιμένουν για να αναλάβουν δράση και να τσακίσουν τους Εβραίους και τους Τούρκους».
  3. Είναι αρκούντως εντυπωσιακή.
  4. Περιέχει αιχμές κατά των «εθνομηδενιστών», των «εθνοπροδοτών» και των «κακών δημοσίων υπαλλήλων» που δεν αξιοποιούν την παντοδυναμία των «πανίσχυρων Ελλήνων» που «μεριμνούν για το έθνος» και «περιμένουν για να αναλάβουν δράση».

Γιατί όμως αυτό; Γιατί, πολύ απλά, έτσι μας εκπαιδεύουν. Το ίδιο το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αντί να προάγει την κριτική σκέψη, προάγει τη θαυματολογία, τον εθνικό/εθνικιστικό μυστικισμό και μεσσιανισμό, το μεγαλοϊδεατισμό (Κόκκινη Μηλιά κλπ), καθώς και την άκριτη πίστη σε εντυπωσιακά, πλην όμως πανεύκολο να καταρρεύσουν έτσι κι αντιπαρατεθούν με τα πραγματικά δεδομένα, αφηγήματα, και δεν θέλει να παράγει ανθρώπους που να μπορούν να μοιράσουν δυο γαϊδουριών άχυρο και να σκεφτούν λογικά. Και μετά απορούμε που ο Γεώργιος Γκιόλβας (για παράδειγμα…) είχε τόσους οπαδούς και που έχει τέτοια απήχηση ο Αρτέμης Σώρρας, όταν κοτζάμ επιστήμονας, με τόσες περγαμηνές, δεν πέρασε από το φίλτρο της κριτικής του σκέψης αυτή την απίθανη ιστορία και δεν δίστασε να την αφηγηθεί τελείως ανεπιφύλακτα μπροστά σε ακροατήριο αποτελούμενο από ανθρώπους με μεταπτυχιακά και διδακτορικά;

.

 Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-4D

Do they call it karma?

Όπως μεταδίδει το Euractiv, κινδυνεύουν με κυρώσεις η Ισπανία και η Πορτογαλία (αυτές που «βγήκαν από τα μνημόνια», όπως μας λένε οι υπέρμαχοι της μνημονιακής πολιτικής), επειδή η συνεχιζόμενη οικονομική και πολιτική αναταραχή τις εκτροχίασε από τους αυθαίρετους και ανεδαφικούς (για να φανώ επιεικής) στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας.

Η Ιταλία ζητά να μην επιβληθούν κυρώσεις ή έστω να αναβληθούν. Η γερμανική και η ολλανδική πλευρά ζητούν την επιβολή κυρώσεων για λόγους «αξιοπιστίας». Είναι εμφανές ότι ο Σόιμπλε και ο Ντάισελμπλουμ δεν έχουν καμία απολύτως επαφή με την πραγματικότητα, αλλά όλα τα κάνουν για μικροπολιτικούς (για να χρησιμοποιήσω τον επιεικέστερο όρο) λόγους.

Τώρα, η δική μας χώρα, η εξευτελισμένη, ταπεινωμένη και ευρισκόμενη στο μάτι του κυκλώνα της λεηλασίας της μέσω της εξαθλίωσης του πληθυσμού της και της προμελετημένης απαξίωσης του πλούτου της, τι στάση θα έπρεπε να τηρήσει; Όχι ότι μας πέφτει και λόγος· οι πολίτες δεν έχουν καμία εξουσία, κανένα λόγο στα κοινά της «δημοκρατικής» Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δε χώρα μας και αυτή είναι απομονωμένη και χωρίς συμπαραστάτες, οπότε η φωνή της δεν ακούγεται, ούτε θεωρείται ότι έχει κάποια αξία, κι αυτό δεν οφείλεται μόνο στην ηθική απαξίωση που μας φόρτωσαν συλλογικά οι κυβερνώντες μας, αλλά και στον καθόλου κρυφό πια ρατσισμό και φαρισαϊσμό των Ευρωπαίων, που έχει τις ρίζες του στην αποικιοκρατική τους νοοτροπία και στην πολιτισμική τους επιθετικότητα, όπως επισημαίνει κι ο Michael Herzfeld.

Άλλωστε, ποιος θα ήθελε ή θα μπορούσε να της σταθεί; Οι Ισπανοί, Πορτογάλοι και Ιταλοί έχουν επενδύσει στη λιτότητα και δεν θέλουν να φανεί με μια επιτυχή απομάκρυνση της Ελλάδας από την καταστροφική αυτή πολιτική ότι απέτυχαν. Ο Ραχόι κινδυνεύει με δικαστικές περιπέτειες έτσι και δεν ξαναβγεί. Η Γερμανία και η Γαλλία δεν θέλουν ούτε λέξη να ακούσουν, γιατί η πολιτική της λιτότητας εξυπηρετεί την έναντι εξευτελιστικού αντιτίμου απόκτηση πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας μας από τις εταιρείες τους, με τις οποίες διαπλέκεται και ο πολιτικός τους κόσμος – ειδικά στην «τίμια» Γερμανία. Οι δε πρώην ανατολικοί, αυτοί γλείφουν τη Γερμανία και υπερθεματίζουν προσδοκώντας σε ανταλλάγματα, τα οποία είναι αμφίβολο αν θα έρθουν ποτέ.

Ας κάνουμε όμως μια μικρή άσκηση. Έστω ότι η ψήφος της χώρας μας είχε κάποιο αντίκρυσμα. Έστω ότι είχαμε εκπροσώπους στα όργανα της Ε.Ε. που λαμβάνουν τέτοιες αποφάσεις, εκπροσώπους ικανούς να σκεφτούν και πραγματιστικά και με γνώμονα το «σφυγμό» του ελληνικού λαού. Τι θα έπρεπε να κάνουν; Να συμφωνήσουν με την Ιταλία στο να μην υποστούν συλλογική τιμωρία οι δυο αυτοί λαοί; Να συμφωνήσουν άβουλα με τους εκπροσώπους της καγκελαρίας;

Μια άλλη επιλογή είναι να πουν: «Κοιτάξτε να δείτε, ξέρουμε ότι οι χώρες σας θα επιβαρυνθούν κι άλλο κι ότι αυτό θα ζημιώσει τους λαούς σας. Όταν όμως ζητήσαμε εμείς ελάφρυνση των βαρών που επιβάλατε στο λαό μας για να σώσετε τις τράπεζές σας, εσείς εν χορώ ζητήσατε την παραδειγματική τιμωρία του ελληνικού λαού και καταστρέψατε το μέλλον του για πάντα. Γιατί λοιπόν να σας δείξουμε συμπόνια, όταν εσείς μας δείξατε τα δόντια σας;» και να ζητήσουν να έχουν αυτές οι δυο χώρες την ίδια ακριβώς μεταχείριση που είχε η δική μας, πιθανώς σιγοψιθυρίζοντας «karma is a bitch».

Ακούω γνώμες.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-3D

Γιάννης Μπέζος, συνεπέστατα σεξιστής και συντηρητικός

Αίσθηση προκάλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του Γιάννη Μπέζου για το σύμφωνο συμβίωσης και για την παιδοθεσία ομόφυλων ζευγαριών. Πολλοί ήταν αυτοί που απόρησαν κι αναρωτήθηκαν πώς ένας ταλαντούχος ηθοποιός σαν αυτόν, που μάλιστα έγινε γνωστός στο τηλεοπτικό κοινό αποδίδοντας έναν ομοφυλόφιλο στους «Απαράδεκτους», εκφράζεται με τρόπο τόσο οπισθοδρομικό, σεξιστικό και συντηρητικό. Κατηγορήθηκε μάλιστα και για υποκρισία.

Προσωπικά, δεν του προσάπτω υποκρισία. Αντίθετα, κρίνοντας από τις επιλογές του ως προς την περιγραφή των χαρακτήρων που αποδίδει και ως προς τα σενάρια των σειρών στις οποίες πρωταγωνιστεί, θα έλεγα ότι υπηρετεί με συνέπεια και αφοσίωση ένα συνδυασμό συντηρητικών και άκρως σεξιστικών αντιλήψεων.

Θα ξεκινήσω από το ρόλο του στους «Απαράδεκτους». Ο Γιάννης θεωρείται ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος χαρακτήρας στην ελληνική τηλεόραση και αποτελεί συνέχεια του Φίφη που υποδυόταν στην «χρυσή» (ο θεός να την κάνει…) εποχή του ελληνικού κινηματογράφου ο Σταύρος Παράβας, του Λεό από το «Ο Τελευταίος… Άντρας» με τον Κώστα Βουτσά, αλλά και των χαρακτήρων που υποδυόταν ο Ανδρέας Νομικός, ευρύτερα γνωστός και ως «η φτερού». Αν εξαιρέσουμε τον Γιάννη από τους «Απαράδεκτους», που ήταν κεντρικός χαρακτήρας, οι υπόλοιποι χαρακτήρες ήταν δευτερεύοντες ρόλοι ή καθαρά συνοδευτικοί, των οποίων η αποστολή ήταν να αποτελούν αυτό που λέμε comic relief: χαρακτήρες που προκαλούν το γέλιο με τα καμώματά τους, χωρίς να έχουν απαραίτητα κάποια ανάπτυξη ή κάποιο βάθος, ενώ συχνά αποτελούν καρικατούρες χτισμένες με έναν αχταρμά στερεοτύπων και κλισέ.

Ακριβώς αυτό ήταν το πρόβλημα και με τον Γιάννη που υποδυόταν ο Μπέζος. Ήταν κατ’αρχάς ένας αρχετυπικός χαρακτήρας comic relief, και μάλιστα σε μια σειρά όπου όλοι οι χαρακτήρες ήταν αμιγώς κωμικοί. Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο πρόβλημα του Γιάννη. Επίσης, ήταν μια καρικατούρα: Εξ ίσου χοντροκομμένος με τον Jar Jar Binks από τα κακογραμμένα prequel του «Πολέμου των Άστρων».  Όπως ο Jar Jar Binks ήταν μια χοντροκομμένη κι άτεχνη καρικατούρα του Goofy από τα κινούμενα σχέδια του Walt Disney, έτσι και ο Γιάννης ήταν μια χοντροκομμένη κι άτεχνη καρικατούρα ομοφυλόφιλου, στην οποία οι δημιουργοί της σειράς, αλλά και ο ίδιος ο κύριος Μπέζος με τις ερμηνευτικές του επιλογές, φόρτωσαν ό,τι σεξιστικό κλισέ υπάρχει για τους ομοφυλόφιλους. Ο Γιάννης είναι η στερεοτυπική «κραγμένη αδερφή», η υστερική «συκιά»· ένας χαρακτήρας γεμάτος κόμπλεξ, τα οποία αποδίδονται, εμμέσως πλην σαφώς, από το σενάριο στην ομοφυλοφιλία του και όχι στις κοινωνικές προκαταλήψεις και στην περιθωριοποίηση που έχει υποστεί και που σιωπηρά υπονοείται ότι την αξίζει, επειδή δεν είναι «κανονικός άνθρωπος».

Σκεφτόμουν ότι ο Γιάννης του Μπέζου μου θυμίζει τον Φίφη του Παράβα, αλλά μάλλον όχι: ο Γιάννης είναι ένα κακέκτυπο του Φίφη, γιατί είναι τελείως μονοδιάστατος και του λείπουν η καπατσοσύνη, οι εύστοχες ατάκες και οι εκλάμψεις οξυδέρκειας κι ευστροφίας του Φίφη. Επίσης, ο Μπέζος υποδύεται με μιαν υφέρπουσα σεξιστική κακεντρέχεια το Γιάννη: σατιρίζει όχι το ισχυρό, κυρίαρχο κοινωνικό κατεστημένο που τον περιθωριοποίησε και τον φόρτωσε με ενοχές και κόμπλεξ, αλλά το αθώο θύμα της περιθωριοποίησης. Σημειώστε δε ότι ο χαρακτήρας του Γιάννη δεν του δόθηκε έτοιμος. Δεν μπορεί ο Γιάννης Μπέζος να πει «αυτό τον χαρακτήρα μου δώσανε να παίξω, δεν είχα επιλογή». Τον χαρακτήρα αυτό τον έγραψε ο Γιάννης Μπέζος σε συνεργασία με τους υπόλοιπους συντελεστές της σειράς. Η παρουσίαση του Γιάννη ως καρικατούρας ήταν επιλογή του Γιάννη Μπέζου. Ο Μπέζος απευθύνθηκε σε μια σεξιστική κοινωνία, όχι για να της τρίψει στη μούρη τον απάνθρωπο σεξισμό και την «αντρίλα» της, όχι για να σατιρίσει το σεξισμό και την απάνθρωπη υποκρισία της, αλλά για να κολακέψει αυτά της ακριβώς τα χαρακτηριστικά και, μέσω αυτής της κολακείας, να κερδοσκοπήσει.

Fast forward εικοσιτέσσερα χρόνια μετά τους «Απαράδεκτους». Ο Γιάννης Μπέζος υποδύθηκε στη βραχύβια σειρά «Μη Με Σκας» του Alpha έναν ομοφυλόφιλο πατέρα που συζεί με έναν άλλο άνδρα. Σας παραπέμπω στο βίντεο που ενσωμάτωσα στο άρθρο, με τη συνέντευξη του Γιάννη Μπέζου στην εκπομπή «Καλημερούδια» του Mega. Η συνέντευξη είχε ως ένα από τα θέματά της την αποτυχία αυτής της σειράς. Σύμφωνα με τον κύριο Μπέζο, αιτίες της αποτυχίας της σειράς ήταν το «περίεργο» θέμα, καθώς και διάφορες επιλογές που έγιναν ως προς το timing και τα τεχνικά ζητήματα της σειράς. Δεν τον βλέπουμε να ασκεί στον εαυτό του καμία απολύτως κριτική για την επιλογή του να ερμηνεύσει τον χαρακτήρα του ως μια ακόμα σεξιστική καρικατούρα ομοφυλόφιλου.

Αναγνωρίζω, βεβαίως, την εύστοχη επισήμανσή του πως, όταν κάτι που, υπό «κανονικές» συνθήκες, μας βγάζει έξω από τα νερά μας (όπως είναι η ομοφυλοφιλία και η συμβίωση ομόφυλων ατόμων, εν προκειμένω) το βλέπουμε ως αντικείμενο χλευασμού, το δεχόμαστε γιατί το θεωρούμε ανώδυνο, ενώ όταν το βλέπουμε σοβαρά μας είναι επώδυνο. Αναγνώρισε επίσης ως θετική κίνηση την επέκταση του (όχι αρκετά θαρραλέου) συμφώνου συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά το χάλασε με την προτροπή για «σοβαρή» στάση, δηλαδή με την προτροπή του προς τους ομοφυλόφιλους να κρύβουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα. Δηλαδή, με άλλα λόγια, να μη βλέπουμε σε δημόσιο χώρο ζευγάρια ανδρών ή γυναικών να φιλιούνται ή να αγκαλιάζονται – αυτό είναι προνόμιο μόνο των straight. Με άλλα λόγια: Εγώ που είμαι άνδρας έχω κάθε δικαίωμα να αγκαλιάσω και να φιλήσω την κοπέλα μου στο δρόμο. Αλλά αλίμονο αν ένας άλλος άνδρας φιλήσει ή αγκαλιάσει τον αγαπημένο του ή αν μια γυναίκα φιλήσει ή αγκαλιάσει την αγαπημένη της σε δημόσιο χώρο. Πίσω λοιπόν στη ντουλάπα, είναι η προσταγή του Γιάννη Μπέζου.

Δε μπορώ επίσης να αφήσω ασχολίαστο το «εγώ ξέρω ανθρώπους, πάρα πολύ σημαντικούς, οι οποίοι είναι ομοφυλόφιλοι, ή υπήρξαν στο παρελθόν». Τι ακριβώς θέλει να μας πει ο Γιάννης Μπέζος; Ότι η ομοφυλοφιλία είναι κάτι σαν τη γρίπη και… θεραπεύεται; Ότι μπορεί κάποιος να… πάψει να είναι ομοφυλόφιλος; Εδώ, δυο τινά συμβαίνουν: Ή ο Μπέζος έκανε ένα απίστευτο εκφραστικό λάθος και εννοούσε ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι έχουν πεθάνει πια ή επέδειξε τεράστια άγνοια σχετικά με το θέμα της ομοφυλοφιλίας.

Βεβαίως, ασύγγνωστο ατόπημα αποτελεί η – δηλωτική του συντηρητισμού και του σεξισμού του – τοποθέτησή του για το θέμα της παιδοθεσίας. Πώς είναι δυνατό να είναι καλύτερα ένα παιδί να έχει έναν κακό πατέρα και μια κακή μάνα από το να έχει δυο καλούς πατεράδες ή δυο καλές μανάδες; Πώς προκρίνει μια κακή διαβίωση κι ανατροφή για ένα παιδί, στα χέρια δυο εγνωσμένα και αναγνωρισμένα ανίκανων ή κακών ανθρώπων, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθεί η οπισθοδρομική απαίτηση για «ετεροκανονικότητα»; Εδώ ο συντηρητισμός του Γιάννη Μπέζου τον οδηγεί στο να γίνει το ίδιο ανάλγητος με τη Μπερνάρντα Άλμπα του Λόρκα.

Αλλά και η υπόλοιπη διαδρομή του Γιάννη Μπέζου στην τηλεόραση (π.χ. το σαχλό «Άκρως Οικογενειακόν») δείχνει μια αφοσίωση στον κλασικό, αντιφεμινιστικό, πατροπαράδοτο, πατριαρχικό συντηρητισμό του ελληνικού κινηματογράφου, με τους αυστηρά περιχαρακωμένους έμφυλους ρόλους που έχουν αποδοθεί σε εντελώς σχηματικούς χαρακτήρες, την προπαγάνδιση της θέσης ότι η γυναίκα είναι πρωτίστως για την κουζίνα και την ανατροφή των παιδιών, και – φυσικά – τον τρόμο στην ιδέα ότι μπορεί ο γιος να είναι «τοιούτος». Οπότε, εγώ τουλάχιστον δεν εκπλήσσομαι για τις σεξιστικές, οπισθοδρομικές τοποθετήσεις του Γιάννη Μπέζου. Έχοντας αυτά υπόψη, πιστεύω ότι κακώς προκάλεσαν και στους υπόλοιπους συνανθρώπους μας την κατάπληξη που προκάλεσαν: Ο Γιάννης Μπέζος είναι συνεπέστατα σεξιστής και συνεπέστατα συντηρητικός και δεν παράστησε ποτέ τον προοδευτικό. Το κοινό του ήταν πάντα οι «καθωσπρέπει», οι «τόσο όσο», με τους οποίους ταυτίζεται απόλυτα, και τους οποίους επιδιώκει πάντα να κολακεύει με το τηλεοπτικό του έργο.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-3p