Ο σταρταπογαμπρός: Μια ιστορία κοροϊδίας

Στο μακρινό 2011, όταν άρχιζε να δείχνει τα δόντια της η κρίση, ένας νέος επιστήμονας, ορμώμενος από κάποια μεγάλη επαρχιακή πόλη της χώρας μας, αποφάσισε να ξεκινήσει τη δική του επιχειρηματική προσπάθεια στο χώρο της Πληροφορικής. Έβλεπε ότι οι συμβάσεις που είχε με διάφορους εργοδότες λήγανε και μάλιστα χωρίς πιθανότητα ανανέωσης λόγω επερχόμενων κλεισιμάτων επιχειρήσεων κ.α., οπότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Βρήκε έναν κάπως εξειδικευμένο κλάδο στον οποίο είχε ήδη εμπειρία, προσέλαβε και δυο part-time προγραμματιστές, μέτρησε τις οικονομικές του δυνάμεις και άρχισε, πατώντας σε μια σχετικά καταξιωμένη πλατφόρμα ανοιχτού κώδικα, να εξελίσσει τη δική του πρόταση.

Έξι μήνες μετά, έχοντας φέρει με την ομάδα του τον κώδικα εκεί που τον ήθελε κι εκεί που μπορούσε να τον φέρει και, έχοντας στο μεταξύ ολοκληρώσει και όλα τα γραφειοκρατικά για τη σύσταση της εταιρείας του, άρχισε δειλά-δειλά να βγαίνει στην αγορά. Τα προβλήματα πολλά, ο κλάδος στον οποίο είχε διαλέξει να δραστηριοποιηθεί είχε αρκετές παθογένειες, δηλαδή κακομαθημένους πελάτες που θέλανε τζάμπα δουλειά και τζάμπα προϊόν που να κάνει παπάδες ή, έστω, να τους το χαρίσει κάποιος, και οι μήνες περνούσαν μέσα στην εφιαλτική αβεβαιότητα των «αγίων» μνημονίων που καθιστούσαν κάθε μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό παντελώς αδύνατο.

Εκείνο τον καιρό, σε κάποιο μουράτο μέρος της Αθήνας γινόταν μια πολυήμερη εκδήλωση για τις «νεοφυείς επιχειρήσεις» και τη νεανική επιχειρηματικότητα. Αγορεύσεις γεμάτες θετική ενέργεια από μουράτους, γεμάτους αισιοδοξία συμβούλους, επενδυτές (ή τουλάχιστον ως τέτοιοι παρουσιάζονταν) κι εκπροσώπους της Αριστείας™ με ατάκες που στην καλύτερη περίπτωση θύμιζαν Κοέλιο. Μιλάμε δηλαδή για ένα προπαγανδιστικό κλίμα υπέρ της  «θετικής σκέψης» και της «Αριστείας» και της πίστης στην Ιδέα ότι όλα μπορείς να τα πετύχεις, αρκεί να δουλέψεις πολύ. Και κάπου μέσα σ’ όλα αυτά ήταν ΕΚΕΙΝΟΣ – το απαύγασμα της υψηλής μορφής ζωής που λέγεται σταρταπογαμπρός.

ΕΚΕΙΝΟΣ ήταν κατά συρροή επενδυτής κι εντερπαιρνέρ, υψηλόβαθμο μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων διάφορων ελληνικών κι ευρωπαϊκών φορέων του χώρου, μπλόγκερ, τουιτεράς και ίνφλουενσερ. Είχε κι ένα βιογραφικό από τα πιο καλά που θα μπορούσε κανείς να αγοράσει. Περιποιημένο μουσάκι, σπινθηροβόλο βλέμμα, σιγουριά, αυτοπεποίθηση κι ευφράδεια που μόνο από το παιδί του Steve Jobs και του Ανδρέα Παπανδρέου θα την περίμενε κανείς. Μιλάμε, ο άνθρωπος ήταν ικανός να πείσει το Σάκη τον υδραυλικό πως θα μπορούσε να γίνει ο επόμενος Bill Gates και τον Steve Ballmer να πάει στον ΟΚΑΝΑ. Τελειώνουν οι ομιλίες κι έρχεται η ώρα του καφέ. Ο φίλος μας αναζητά επαφές με επενδυτές, εξηγεί τι κάνει, ανταλλάσσει κάρτες. Και κάποια στιγμή ανταλλάσσει κάρτες μ’ ΕΚΕΙΝΟΝ. Έρχεται το απόγευμα και, για να μη λείψει άλλη μέρα από το γραφείο του, πάει στο σταθμό και παίρνει ξανά το τρένο για να επιστρέψει στην έδρα του.

Το 2012 πέρασε δύσκολα. Το 2013 ακόμα πιο δύσκολα, με μερικές αναλαμπές – κάτι μέτρια προς μεγαλούτσικα συμβόλαια εντός κι εκτός Ελλάδας που κράτησαν την εταιρεία στην επιφάνεια. Το 2014 άρχισαν τα φέσια από μικρούς και μεγάλους πελάτες. Το 2015, η εταιρεία έμπαινε όλο και πιο βαθιά στο κόκκινο. Πλήρωνε κανονικά μισθούς, ενοίκια, ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, τα πάντα όλα, αλλά την είχαν καταπιστολιάσει πελάτες και συνεργάτες. Κι εκεί που ο φίλος μας έκλεινε οργισμένος το τηλέφωνο, έχοντας ξεκαθαρίσει σε Κύπριο συνεργάτη του ότι δεν πρόκειται το προσωπικό του να ασχοληθεί ούτε δευτερόλεπτο επιπλέον στο συγκεκριμένο έργο αν δεν εξοφλούνταν τα φέσια που τους είχε φορέσει ο Κύπριος κι αν δεν έπεφτε η προβλεπόμενη από τη σύμβαση προκαταβολή για τις μη προβλεπόμενες τροποποιήσεις, έπεσε το τηλεφώνημα.

Ήταν ΕΚΕΙΝΟΣ. Μετά από τρία ολόκληρα χρόνια. Ήθελε να δραστηριοποιηθεί στο χώρο του φίλου μας και ήθελε να συνεργαστούν. Ήθελε να εισαγάγει στο συγκεκριμένο κλάδο ένα επιχειρηματικό μοντέλο τύπου Uber, αλλά χρειαζόταν και μια πολύ γερή βάση δεδομένων κι ένα πολύ καλό και σύγχρονο user interface που θα υποστήριζε τους συνεργαζόμενους επαγγελματίες και τους πελάτες. Η εταιρεία θα είχε την έδρα της στο Λουξεμβούργο ή στην Αγγλία, που είχαν πιο φιλικό φορολογικό καθεστώς. Μίλησαν αρκετή ώρα στο τηλέφωνο κι αντάλλαξαν email. Ο φίλος μας του εξήγησε πόσος θα ήταν ένας ρεαλιστικός προϋπολογισμός, με τον οποίο ΕΚΕΙΝΟΣ συμφώνησε αμέσως και χωρίς καν διαπραγμάτευση. Του εξήγησε όμως ο φίλος μας ότι σε ένα μήνα δεν υπήρχε περίπτωση ούτε καν να έχει σχεδιαστεί η βάση δεδομένων κι ότι για να ετοιμαστεί ακόμα κι ένα πρωτότυπο θα χρειαζόταν να δαπανηθούν έξι μήνες τουλάχιστον. ΕΚΕΙΝΟΣ συμφώνησε και του ζήτησε να συναντηθούν στα υπερμοδάτα γραφεία του στην Αθήνα. Πράγματι, συναντήθηκαν. Τα γραφεία είχαν αυτό που λέμε «open spaces», κουβούκλια για μίνι συσκέψεις και αναμονή, γενικά την τελευταία λέξη του νεοεπιχειρηματικού χιπστερισμού. Κουβέντιασαν για τη φύση του έργου, αντάλλαξαν απόψεις, κι ΕΚΕΙΝΟΣ ζήτησε από το φίλο μας να του συντάξει μια γραπτή έκθεση-πρόταση με χρονοδιαγράμματα κλπ.

Ο φίλος μας ετοίμασε την έκθεση και την έστειλε. Μάλλον χωρίς να τη διαβάσει, ΕΚΕΙΝΟΣ του απάντησε ότι του άρεσε και του έστειλε να διαβάσει εγχειρίδια Scrum και Agile, λες και το πρόβλημα ήταν η μεθοδολογία διαχείρισης έργου. Ο φίλος μας του είπε «κοίταξε να δεις, το θέμα μας δεν είναι στο αν τα διαγράμματα του χρονικού προγραμματισμού θα είναι Gantt ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, αλλά στο τι θέλεις να φτιάξουμε, στο αν ο προϋπολογισμός είναι ρεαλιστικός ή όχι και στο πώς διασφαλιζόμαστε εμείς». ΕΚΕΙΝΟΣ εξαφανίστηκε για τρεις βδομάδες.

Ξαναεμφανίστηκε λέγοντας, διανθίζοντας το λόγο του με ένα σωρό νεολογισμούς της σταρταπογαμπρικής μοδός, ότι μάλλον είναι καλύτερα να ξεκινήσει το σύστημα με μια βασική διαμόρφωση και με προϋπολογισμό μειωμένο κατά τα 2/3. Ο φίλος μας του είπε «κοίταξε, χωρίς συγκεκριμένες προδιαγραφές, χωρίς δομή πληρωμών, χωρίς συμβόλαιο, χωρίς προκαταβολή, εγώ δεν ξεκινάω να κάνω τίποτα».

Και πάλι ΕΚΕΙΝΟΣ εξαφανίστηκε για κάμποσο καιρό. Επανήλθε ένα μήνα μετά, ζητώντας από το φίλο μας να του καταρτίσει πρόταση ευρωπαϊκής χρηματοδότησης (μιλάμε για προϋπολογισμό ύψους κάπου τριακοσίων χιλιάδων ευρώ) για το σύστημα που ήθελε να εξελίξει, χωρίς πια να συζητά καθόλου για συμμετοχή του φίλου μας στο όλο έργο. «Τριάμισι χιλιάρικα», του είπε ο φίλος μας, «50% προκαταβολή και τα υπόλοιπα σε τρεις δόσεις, 20%, 20% και το τελευταίο 10% με την παράδοση της πρότασης». ΕΚΕΙΝΟΣ είπε «θέλω να το σκεφτώ λίγο». Ο φίλος μας, που είχε πια χάσει την υπομονή του, του είπε  ξερά «σκέψου το και πες μου».

Μια βδομάδα μετά, ΕΚΕΙΝΟΣ επανήλθε με μια άλλη πρόταση: «ξέρεις, υπάρχει αυτό το εργαλείο που λέγεται Fiware και μ’ ενδιαφέρει να διεκδικήσω χρηματοδότηση από εκεί και δίνουν μέχρι ένα εκατομμύριο ευρώ. Τι προτιμάς; Να πάρεις τα τριάμισι ό,τι κι αν γίνει, ή να πληρωθείς δέκα χιλιάρικα σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της πρότασης; Ή μήπως προτιμάς πακέτο μετοχών της εταιρείας που θα δημιουργηθεί για το έργο;» Αυτή τη φορά ήταν ο φίλος μας που του είπε «άσε να το μελετήσω και θα επανέλθω». Έκανε τα τηλέφωνά του, έστειλε τα email κι έμαθε ότι μια πρόταση πάνω σε έργο που ήταν ακόμα στο στάδιο της αρχικής ιδέας και δεν είχε ούτε ίχνος τεχνικής ωριμότητας δεν είχε την παραμικρή ελπίδα απέναντι στις άλλες προτάσεις. Αλλά δεν επικοινώνησε ξανά με τον σταρταπογαμπρό. Τον άφησε να περιμένει.

Μια βδομάδα μετά, ο σταρταπογαμπρός επανήλθε. Ο φίλος μας του είπε «κοίτα, να συντάξω πρόταση με την προοπτική ότι θα πληρωθώ αν ευοδωθεί, και μάλιστα με δεδομένες τις πιθανότητες που υπάρχουν, απλά δε με συμφέρει. Επίσης, την πρόταση για πληρωμή με μετοχές απλά την απορρίπτω χωρίς δεύτερη κουβέντα. Εμμένω στην αρχική μου τιμολόγηση, καθώς και στο χρονικό προγραμματισμό που σου πρότεινα, και σου δίνω το τηλέφωνο της δικηγόρου μου, η οποία είναι ενήμερη, για να συζητήσετε τα των συμβάσεων. Σου γνωρίζω δε ότι χωρίς συμβόλαιο και προκαταβολή εγώ δεν ξεκινάω τίποτα. Είμαι επαγγελματίας, πληρώνω μισθούς, ενοίκια, τηλέφωνα, ασφάλειες, φόρους, έχω ευθύνες και, συνεπώς, δεν έχω χρόνο για εθελοντισμό, ούτε για παιχνίδια».

Από τότε περάσαν τρία χρόνια. Ο φίλος μας έκλεισε την εταιρεία κι έφυγε στο εξωτερικό. Ο σταρταπογαμπρός ακόμα παριστάνει τον επενδυτή και το γκουρού. Και, φυσικά, ο σταρταπογαμπρός ποτέ δε συζήτησε για συμβόλαιο…

Εννοείται ότι όλη αυτή την ιστορία την κατέβασα από τη στομάχα μου. Στο χώρο των νεοφυών επιχειρήσεων δε συμβαίνουν ποτέ τέτοια πράγματα. Ούτε φεσώνουν, ούτε πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες, ούτε κάνουν κοροϊδιλίκια, ούτε νομότυπη-νομιμοφανή φοροδιαφυγή, ούτε αεριτζιλίκια. Και φυσικά, οι γκουρού των νεοφυών ξέρουν πολύ καλά όλα τα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι προτάσεις χρηματοδότησης που υποβάλλουν είναι όλες άρτιες και σύμφωνες με τις απαιτήσεις του κάθε χρηματοδοτικού εργαλείου, και ποτέ, μα ποτέ, δε ζητούν από τους συνεργάτες τους να δουλέψουν γι’ αυτούς με ανύπαρκτες πιθανότητες πληρωμής λόγω μετακύλισης του ρίσκου μη αμοιβής. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις, και δη οι ελληνικές, δεν έχουν καμία μα καμία σχέση με όσα σας αφηγήθηκα, τα οποία είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Οι νεοφυείς επιχειρήσεις, και δη οι ελληνικές, είναι το υπόδειγμα της υγιούς επιχειρηματικότητας και είναι ΕΓΓΥΗΣΗ, είναι οι πιο κιμπάρηδες και φερέγγυοι εργοδότες και γι’ αυτές θα δούλευε ακόμα και τζάμπα μέχρι κι ο Jeff Bezos.

.

Shortlink: https://wp.me/p6dBlh-7n

Advertisements

Φιλελεξικόν: Εταιρικό αυτοκίνητο (repmobile ή company car)

Εταιρικό αυτοκίνητο, το:

Επιβατηγό οικογενειακό (δηλαδή με δυνατότητα μεταφοράς πέντε ατόμων) αυτοκίνητο της μεγαλομεσαίας κατηγορίας (D-segment), που αγοράζεται μαζικά από μεγάλες εταιρείες και παρέχεται ως ανταμοιβή ή/και κίνητρο στα μεσαία και ανώτερα εμπορικά και εκτελεστικά τους στελέχη (sales representatives και executives αντίστοιχα) για τις επαγγελματικές και προσωπικές-οικογενειακές τους μετακινήσεις. Αν παράγεται από κάποια εταιρεία «γοήτρου», ονομάζεται  compact executive car ή executive car, ανάλογα με το αν προορίζεται για μεγαλομεσαίο ή ανώτερο στέλεχος.

Τυπικά παραδείγματα είναι, για την ευρωπαϊκή αγορά:

  • Ford Cortina και οι διάδοχοί της (Sierra, Mondeo)
  • Audi 80 και ο διάδοχός του, το Α4
  • BMW σειράς 3
  • Opel Ascona και οι διάδοχοί του (Vectra, Insignia)
  • Mercedes-Benz 190E και οι διάδοχοί της (A-Klasse και CLA-Klasse – εσχάτως – και C-Klasse)

Η επιλογή εταιρικών αυτοκινήτων αποτελεί κατά κανόνα συναρμοδιότητα της Διεύθυνσης Προσωπικού (νυν «Ανθρωπίνων Πόρων») και των Λογιστών της εταιρείας. Η μάρκα, και τα μοντέλα που επιλέγονται προς αγορά και απονομή στα στελέχη προσδιορίζονται με βάση το εκτιμώμενο κόστος συντήρησης και το image που θέλει η εταιρεία να επιτύχει. Στην πραγματικότητα, η εταιρεία πληρώνει τα μαλλιοκέφαλά της, ανεξάρτητα από μάρκα, γιατί, ακόμα και για τις προσωπικές του μετακινήσεις, το στέλεχος οδηγεί σαν απίστευτος κάφρος και βγάζει το άχτι του που τόσα χρόνια φοβόταν μην καβαλήσει κανένα πεζοδρόμιο και σπάσει κανένα ψαλίδι ή πάθει κανένα ατύχημα. Τώρα όμως που τα σέρβις και τα τζερεμέδια τα πληρώνει άλλος, ποιος την πιάνει τη στελεχάρα!

Οι αποφάσεις που αφορούν διαμορφώσεις κινητήρων και επιπέδων εξοπλισμού αποτελούν προϊόν προσεκτικής μελέτης της Διεύθυνσης Ανθρωπίνων Πόρων, ώστε να αντανακλούν τη θέση του εκάστοτε στελέχους μέσα στην εταιρική τροφική αλυσίδα και να ενισχύουν το κόμπλεξ ανωτερότητας του στελέχους έναντι των υφισταμένων του και το κόμπλεξ κατωτερότητάς του έναντι των ανωτέρων του.

.

Shortlink: https://wp.me/p6dBlh-70

Δε μας έφταναν οι αντιεμβολιαστές…

Πραγματικά, δεν έχω όρεξη να επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια, αλλά δεν εννοείτε να καταλάβετε βασικά πράγματα. Εργάζομαι στο χώρο της Υγείας. Ως διοικητικό προσωπικό μεν, αλλά δουλειά μου είναι να κάνω κι εγώ το κατιτίς μου για να διευκολύνω το επιστημονικό προσωπικό να σώζει ζωές και να διαφυλάξει το βιοτικό επίπεδο και την οικογενειακή ευτυχία συνανθρώπων μας.

Η υγεία, όπως ξέρουμε όλοι, είναι ένα τρομερά σημαντικό αγαθό και η απώλειά της έχει τεράστιο κόστος για τον ασθενή και τους οικείους του, ενώ και η αποκατάστασή της μπορεί να είναι μια μακρόχρονη, επίπονη και πολύ δαπανηρή διαδικασία. Ειδικά σε θέματα που αφορούν χρόνιες, δυσίατες κ.α. νόσους, αλλά και σε θέματα που αφορούν την αναπαραγωγή και το πώς θα γεννηθεί το παιδί (γονιμοποίηση, φροντίδα της εγκύου, περιγεννητική φροντίδα), υπάρχει έντονος φόβος, ο οποίος τυγχάνει εκμετάλλευσης κάθε είδους.

Αυτό το φόβο εκμεταλλεύονται διάφοροι τυχάρπαστοι. Εκμεταλλεύονται επίσης και το γεγονός ότι η πραγματική Ιατρική δεν υπόσχεται θαύματα, ούτε εύκολες και μαγικές θεραπείες και λύσεις. Έτσι, έχουμε ένα σωρό απατεώνες που υπόσχονται ακριβώς τα θαύματα που ένας επιστήμονας δε θα σας υποσχεθεί ποτέ: ομοιοπαθητικούς, φυσικοπαθητικούς, ολιστικούς, εναλλακτικούς κλπ, οι οποίοι πουλάνε πανάκριβα (ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι το εμπόρευμά τους δεν ενσωματώνει κανενός είδους έρευνα, κλινικές δοκιμές, ούτε – φυσικά – ακριβοπληρωμένες ή με μεγάλη δυσκολία παρασκευασθείσες ουσίες) ψευτοφάρμακα και ψευτοθεραπείες που δεν είχαν ποτέ καμία αξία και το ξέρουν καλά και οι ίδιοι. Για να τσιμπήσει ο κόσμος, πατάνε πάνω σε πολύ ισχυρές κι αποτελεσματικές, αλλά εντελώς παραπλανητικές, μαρκετίστικες λέξεις όπως «φυσικό», «χωρίς χημικά», «παραδοσιακό», «αγνό», «φυτικό», «βιολογικό», «χωρίς παρενέργειες» κλπ.

Συνέχεια

Η Λόλα στο κρεβάτι του Προκρούστη

Νομίζω ότι είναι ασφαλές να πω ότι δεν υπάρχει άνθρωπος οποιασδήποτε ηλικίας σ’αυτή τη χώρα που να μην έχει ακούσει έστω και μια φορά κάποιο τραγούδι του Πασχάλη Αρβανιτίδη. Αγαπήθηκε πολύ για την εξαιρετική του φωνή και ερμηνεία άλλωστε και σχεδόν κάθε σπίτι είχε δίσκους και κασέτες του. Όπως όλοι οι συνομήλικοί μου, έτσι κι εγώ μεγάλωσα με αυτόν.

Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, ένα πολύ μεγάλο μέρος της παραγωγής του δε μπόρεσε ποτέ να με αγγίξει. Ειδικά από τη δεκαετία του 1980 και μετά, οι δίσκοι του είχαν πολύ «έρμα»: Από τα δέκα, μπορεί και δεκαπέντε, τραγούδια του δίσκου, άντε ν’αξίζανε (ή να ήταν απλώς ανεκτά) τα τρία. Όλα τα υπόλοιπα ήταν εκεί μόνο για να γεμίζουν χώρο. Επιπλέον, κακά τα ψέματα: Τους τραγουδιστές και τα συγκροτήματα που διαλέγουμε ουσιαστικά τους διαλέγουμε για να λειτουργούν σαν εκπρόσωποι της ψυχής μας, για να πουν με τα τραγούδια τους αυτά που εμείς δε μπορούμε να βάλουμε στο χαρτί ή δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε. Ο Πασχάλης είχε πάψει ήδη από τα δεκαπέντε μου να μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο. Δε μ’άγγιζε πια.

Το δισκογραφικό ντεμπούτο του Πασχάλη Αρβανιτίδη (και κύκνειο άσμα των Olympians) ως σόλο τραγουδιστή. Πηγή: Discogs

Τυχαίνει να έχω μια συμπαθητική δισκοθήκη: καμιά σαρανταριά βινύλια και κάπου τριακόσια πενήντα CD. Κάποια μέρα, τράβηξε την προσοχή μου, για πρώτη φορά μετά από είκοσι και βάλε χρόνια, το δισκογραφικό ντεμπούτο του Πασχάλη. Ήταν ένας δίσκος του 1972, που κανονικά θα έπρεπε να είχε κυκλοφορήσει με το όνομα των Olympians, που τότε είχαν στη δύναμή τους τους εξαιρετικούς Παντελή Δεληγιαννίδη (κιθάρα) και Γιώργο Ζηκογιάννη (μπάσο), αλλά, λόγω κάποιων μεθοδεύσεων, κυκλοφόρησε ως «Πασχάλης & Olympians», όπως διαβάζουμε στη συνέντευξη του Άλκη Κακαλιάγκου, κιμπορντίστα των Olympians, στο MusicHeaven. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά από ό,τι τα θυμάται ο κ. Κακαλιάγκος: Στο εξώφυλλο δεν υπάρχει καμία αναφορά στο συγκρότημα – τους σβήσανε κανονικά, όπως έσβησε ο Στάλιν τον Νικολάι Γιεζόφ. Η μοναδική αναφορά στο συγκρότημα ήταν ένα «Συμμετέχουν οι OLYMPIANS» στο οπισθόφυλλο, μεταξύ του καταλόγου των τραγουδιών και του συνοδευτικού κειμένου, σα να ήταν μια «φιλική συμμετοχή» ή σα να ήταν ένα άσχετο support συγκρότημα αποτελούμενο από μουσικούς που τα ονόματά τους δεν είχαν καμία σημασίαΠροφανώς, το μήνυμα ήταν ότι «οι Olympians ψόφησαν, ξεχάστε τους, τώρα μόνο Πασχάλης».

Παρόλο που για χρόνια, ειδικά στην παιδική μου ηλικία, μου άρεσαν κάμποσα από εκείνα τα τραγούδια, τώρα πια καταλαβαίνω ότι ήταν ένας δίσκος χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, σαν ανάλυση νεοκλασικού οικονομολόγου ένα πράγμα. Φαινόταν βέβαια μια προδιάθεση εκ μέρους του Πασχάλη να διασκευάζει με ελληνικό στίχο ξένα τραγούδια, όπως φαινόταν και η προτίμησή του – εκείνα τα χρόνια – σε χριστιανοψυχεδελοχίπικο υλικό που είχε ήχο αντίστοιχο με αυτό του Cliff Richard και του Roberto Carlos (του τραγουδιστή, όχι του ποδοσφαιριστή!). Προσωπικά, ακόμα απορώ πώς το «Ευχές Για Σας», διασκευή του «Here’s To You», ένα τραγούδι-ύμνος για τους αναρχικούς Sacco & Vanzetti (γίνεται μάλιστα αναφορά στην ταινία από την οποία προέρχεται στο οπισθόφυλλο του δίσκου!), κατάφερε να ξεφύγει από την άγρυπνη λογοκρισία, πώς δεν κατασχέθηκαν εξαιτίας του όλες οι κόπιες του δίσκου την επομένη της κυκλοφορίας του, και πώς ο ίδιος ο τραγουδιστής και οι συντελεστές του δίσκου δεν ήρθαν σε επαφή με την «αρχαιοελληνική φιλοξενία» της ΕΑΤ-ΕΣΑ. Αλλά αυτό το τραγούδι συγκαταλέγεται στις καλές στιγμές του δίσκου.

Αυτό όμως που αρχικά μου φαινόταν διασκεδαστικό και τώρα πια μου φαίνεται πολύ ενοχλητικό είναι η διασκευή του τραγουδιού «Lola» των Kinks. Για όσους δεν το έχετε ακούσει (πολύ κακώς) από το πρωτότυπο, θα πω ότι είναι ένα ροκ τραγούδι με θέμα τη γνωριμία και ερωτική επαφή ενός άβγαλτου νεαρού άντρα με μια τρανς, τη Lola. Συνεπές προς το πνεύμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, το τραγούδι εμφανίζει τον αφηγητή να έχει απολαύσει τη γνωριμία του με τη Lola, να την αποδέχεται γι’αυτό που είναι και να την αγαπάει γι’αυτό που είναι.

Μάλιστα, οι Kinks στην αφήγησή τους δίνουν αυτενέργεια (agency) στη Lola και την εμφανίζουν να παίρνει αυτή την πρωτοβουλία για να προσεγγίσει το νεαρό αφηγητή. Το τραγούδι αυτό διασκευάστηκε κι από τους Olympians στο δισκογραφικό τους κύκνειο άσμα, που τελικά έγινε ντεμπούτο του Πασχάλη. Ωστόσο, το τραγούδι κυριολεκτικά τοποθετήθηκε στο κρεβάτι του Προκρούστη και, παρόλο που η μουσική απόδοση δεν είναι καθόλου άσχημη (με Ζηκογιάννη, Κακαλιάγκο και Δεληγιαννίδη το μουσικό αποτέλεσμα είναι λίγο-πολύ εγγυημένο), ο Πασχάλης (credits όπως αναφέρονται στην ετικέτα του δίσκου: R. Douglas Davies – Π. Αρβανιτίδης) ανέλαβε την «προσαρμογή» του τραγουδιού στα «χρηστά ήθη» της τότε ελληνικής κοινωνίας:

Αφαιρεί την πρωτοβουλία από τη Λόλα. Αυτός που την πλησιάζει είναι ο αφηγητης. Αναφέρει τη βαριά φωνή της, αρχικά σαν ένα γοητευτικό χαρακτηριστικό, αλλά μετά: «κάτι νομίζω δεν πάει καλά, γιατί όλοι μου λένε πρόσεχε καλά με τη Λόλα», και στη συνέχεια «δε μπορούσα να το φανταστώ πως μπορεί να ήτανε στ’αλήθεια αυτό για τη Λόλα» – δηλαδή μας λέει «Παναγιά μου και Χριστέ μου, τι πήγα να πάθω ο δόλιος, πώς τη γλίτωσα!» Και το τραγούδι κλείνει με το «τώρα το ξέρω και προσέχω πολύ τα κορίτσια που έχουνε βαριά φωνή σαν τη Λόλα». Γιατί προφανώς κυκλοφορούν αρκετές τραβεστί εκεί έξω, οι οποίες προσπαθούν να ξελογιάσουν αθώους άντρες και να τους «χαλάσουν».

Πραγματικά, ο Πασχάλης κατάφερε και πετσόκοψε εντελώς το τραγούδι. Από trans-positive και προοδευτικό, το μετέτρεψε σε ένα τρανσφοβικό, ομοφοβικό, ηθικολογικό κήρυγμα. Και μη μου πείτε «ναι, αλλά η εποχή εκείνη…» Ξέρω πώς ήταν εκείνη η εποχή, μου τα έχουν αφηγηθεί οι γονείς μου και ξέρω ότι αυτές οι αντιλήψεις παρέμειναν βαθιά ριζωμένες ως και τις μέρες μας. Όμως αυτό δεν αλλάζει κάτι όσον αφορά το βαθύτατα σεξιστικό μήνυμα του τραγουδιού.

Θα μπορούσε ο Πασχάλης, από το να γράψει αυτούς τους στίχους που δαιμονοποιούν, στοχοποιούν και γελοιοποιούν μια πολύ ταλαιπωρημένη κατηγορία συνανθρώπων μας, που, αν θέλουμε εμείς οι «φυσιολογικοί» να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους ότι δε μας έχουν πειράξει σε τίποτα, να μην τους γράψει και να μην κάνει αυτή τη διασκευή. Θα μπορούσε να ζητήσει ένα άλλο τραγούδι από την εταιρεία για να ερμηνεύσει ή να διασκευάσει. Θα μπορούσε ακόμα, ξέρω’γω, να γεμίσει χώρο στο δίσκο βάζοντας κι από ένα κουπλέ ακόμα στο στιχουργικά και νοηματικά ημιτελές «Ω! Θεέ» ή στην «Ψεύτικη Αλήθεια». Δεν το έκανε όμως.

.

Shortlink: https://wp.me/p6dBlh-6v

Όταν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραπλανούν

Υπάρχει μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα ταξιδιωτών που επιθυμούν να ξεφύγουν από τη λαίλαπα των «all-inclusive» πακέτων διακοπών και αποζητούν να γνωρίσουν την ιστορία, την ομορφιά και την πολιτιστική-πολιτισμική κληρονομιά του τόπου που επέλεξαν για τις διακοπές τους και να περιηγηθούν με δική τους πρωτοβουλία, αντί να τους σέρνει ένας tour operator σαν κοπάδι.

Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι κατά κανόνα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν κάτι παραπάνω για να απολαύσουν ξεχωριστές, υψηλότερης ποιότητας διακοπές. Δεν είναι παράξενο λοιπόν που αποτελούν το target group όχι μόνο επιχειρήσεων που ασχολούνται με τον αγροτουρισμό, τον οικοτουρισμό, τον οινοτουρισμό, τον ιπποτουρισμό κλπ, αλλά και διαφόρων καταλυμάτων που αυτοπροσδιορίζονται με βαρύγδουπους νεολογισμούς που ξεκινούν από τον όρο «boutique hotel» και φτάνουν ως τον «museum hotel».

Συνέχεια

Ένα πολυσυζητημένο δυστύχημα, η ταξική διάστασή του κι ο ντετερμινισμός…

Ξέρω, ξέρω τι θα πείτε. Πάει καιρός από τότε, περσινά ξινά σταφύλια, αλλά τι να κάνουμε, έχουμε και δουλειές και δεν είμαι επαγγελματίας μπλόγκερ να μην κάνω τίποτε άλλο από το να γράφω σεντόνια κάθε μέρα. Αποφάσισα τελικά να καταπιαστώ με το δυστύχημα του Βακάκη και να γράψω κι εγώ την αποψάρα μου. Ας δούμε λίγο τα πράγματα από την αρχή…

Οι σκηνές του δυστυχήματος που προκάλεσε ο 23χρονος Γιώργος Βακάκης, διάδοχος της εγχώριας αυτοκρατορίας εμπορίου παιχνιδιών (και όχι μόνο…) Jumbo μας είναι πια πασίγνωστες, αν και πολύ αμφιβάλλω – κρίνοντας εξ όσων ζω κάθε μέρα από ιδιοκτήτες γερμανικών (über alles) αυτοκινήτων «γοήτρου» – αν έχουμε διδαχθεί τίποτα. Το δυστύχημα αυτό έγινε θρύλος – για πόσο άραγε; – για δυο βασικούς λόγους:

Συνέχεια

Η θεσμοθετημένη ακαδημαϊκή λογοκλοπή

Στο γραφείο μου αναπαύεται ένα βιβλίο-τούβλο. Χίλιες σελίδες και βάλε. Πραγματεύεται ένα μάλλον εξειδικευμένο γνωστικό αντικείμενο, με το οποίο ο πολύς κόσμος δεν είναι εξοικειωμένος, και φέρει φαρδύ-πλατύ το όνομα του συγγραφέως. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι ένας πολύ δραστήριος Έλληνας καθηγητής, που χαίρει διεθνούς εκτίμησης για τα πάμπολλα και καλής ποιότητας άρθρα που έχει παρουσιάσει σε διεθνή συνέδρια και περιοδικά.

Όλα καλά μέχρι εδώ, έτσι; Όχι και τόσο. Βλέπετε, αρκετά από τα κεφάλαια του εν λόγω βιβλίου είναι στην πραγματικότητα απαλλακτικές εργασίες εξαμήνου μεταπτυχιακών φοιτητών. Ξέρετε, από εκείνες που αναλαμβάνουν οι φοιτητές με το δέλεαρ της καλύτερης προοπτικής για καλό βαθμό, της υπόσχεσης ότι θα αποτελέσουν ενότητες ή κεφάλαια μελλοντικών βιβλίων στα οποία θα αναφέρεται το όνομα του συντάκτη, της (αναμενόμενης) απαλλαγής από την επίπονη εξεταστική διαδικασία, κ.ο.κ. Τα ξέρω, τα έχω δει, τα έχω περάσει – όπως τα έχει περάσει και πολύς άλλος κόσμος.

Στην ουσία, οι καθηγητές απολαμβάνουν τα οφέλη δωρεάν εργασίας, από την οποία χτίζουν ολόκληρα χαρτοφυλάκια εργασιών, τις οποίες μπορούν να αξιοποιήσουν κατά το δοκούν, όποτε εκείνοι κρίνουν χρήσιμο. Δεν τους κοστίζει τίποτε η ανάθεση εργασιών, ούτε η συλλογή, σταχυολόγηση, αξιολόγηση και, εν τέλει, η κατανομή τους σε κεφάλαια και σε βιβλία. Τουναντίον, η αξιολόγηση (βαθμολόγηση) περιλαμβάνεται στην έτσι κι αλλιώς αμειβόμενη εργασία του εκάστοτε μέλους ΔΕΠ, ενώ από το τελικό αποτέλεσμα βγάζουν κέρδος, από το οποίο οι συντάκτες των εργασιών δεν λαμβάνουν κανένα μερίδιο. Το βιβλίο που ανέφερα δεν είναι το μόνο που γράφτηκε με αυτή τη μέθοδο. Είτε μας αρέσει είτε όχι, τα περισσότερα ακαδημαϊκά συγγράμματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά απαλλακτικές μεταπτυχιακές (ή ακόμα και προπτυχιακές, σε ορισμένες περιπτώσεις) εργασίες εξαμήνου φοιτητών βαλμένες στη σειρά. Αυτό σίγουρα εξηγεί εν μέρει το γιατί τα περισσότερα ακαδημαϊκά συγγράμματα δεν διαβάζονται με τίποτα, αλλά το αβυσσαλέο γραμματικό και συντακτικό τους επίπεδο δεν είναι το ζήτημα που μας απασχολεί τώρα.

Το πρόβλημα είναι η νοοτροπία του «καθηγηταρά», ο οποίος παίρνει έτοιμη και δωρεάν δουλειά που έχουν κάνει για λογαριασμό του οι φοιτητές, δελεασμένοι από το τυράκι της απαλλαγής από την τελική εξέταση, του καλύτερου βαθμού και, το σημαντικότερο, της αναφοράς του ονόματός τους σε κάποιο μελλοντικό βιβλίο και τη χρησιμοποιεί προς ίδιον όφελος, αθετώντας μια από τις βασικές υποσχέσεις του: την αναφορά του ονόματος του συντάκτη.

Πώς το κάνει αυτό; Πρώτα απ’ όλα, εμφανίζεται ως συγγραφέας του βιβλίου κι όχι ως έχων την επιμέλεια. Εμφανίζεται ως author κι όχι ως editor, που θα ήταν το ακριβές και ηθικά σωστό. Δεύτερον, αν και στο eclass και στα αρχεία του εργαστηρίου του και της σχολής υπάρχουν οι αρχικές εργασίες των φοιτητών, οι οποίες παρατέθηκαν αυτολεξεί στο βιβλίο ως κεφάλαια ή ενότητές του, στο βιβλίο τα ονόματα των φοιτητών που τις συνέταξαν απουσίαζουν ως διά μαγείας.

Έτσι, ο φοιτητής που κόπιασε για να γράψει αυτές τις δέκα, δεκαπέντε, είκοσι σελίδες που ο καθηγητής οικειοποιήθηκε και παρουσίασε ως δικές του, δεν πιστώνεται με δημοσίευση σε βιβλίο, στερούμενος έτσι τη δυνατότητα να προσθέσει στο βιογραφικό του μερικές επιστημονικές δημοσιεύσεις που θα μπορούσαν να του προσφέρουν καλύτερες πιθανότητες πρόσληψης σε κάποιο επιστημονικό φορέα. Κι επίσης, είναι και το θέμα των πνευματικών δικαιωμάτων στη μέση: Παρουσιάζοντας – ψευδώς – ο καθηγητής τον εαυτό του ως συγγραφέα, καρπώνεται το σύνολο της προμήθειας από τις πωλήσεις του βιβλίου κι οι φοιτητές που συνέβαλαν σε αυτό με τις εργασίες τους, τις οποίες οικειοποιήθηκε, δεν παίρνουν δεκάρα τσακιστή. Έτσι, ο καθηγητής, αυτός ο πυλώνας της ανώτατης εκπαίδευσης που τον έχουμε περιβάλει με τόσο δέος και σεβασμό, προκαλεί στους φοιτητές του ηθική, επαγγελματική και οικονομική ζημία.

Αυτό, είτε μας αρέσει είτε όχι, αποτελεί λογοκλοπή και μάλιστα είναι μια πρακτική παγκοσμίως διαδεδομένη, θεσμοθετημένη και συστημική. Ξεκινά από την απαίτηση πάμπολλων καθηγητών στις δημοσιεύσεις των μεταπτυχιακών τους φοιτητών και των υποψηφίων τους διδακτόρων να μπαίνει πρώτα το δικό τους όνομα κι όχι των φοιτητών που πραγματικά τις έγραψαν, ορμώμενοι από το απαράδεκτο σκεπτικό «αν δεν σου έδινα εγώ το θέμα, εσύ δεν θα έγραφες τίποτα», στο οποίο μπορεί κανείς πολύ εύκολα να αντιτείνει «αν μπορούσες να το γράψεις μόνος σου κι εγώ δε μετράω καθόλου, γιατί δεν το έγραφες εξαρχής μόνος σου, να το κάνεις και καλύτερα;» Ακριβώς αυτή η υπεροπτική νοοτροπία των μεγαλοκαθηγητών απέναντι στους φοιτητές τους βρίσκεται πίσω και από αυτή τη θεσμοθετημένη, συστημική και – δυστυχώς – ευρύτατα αποδεκτή λογοκλοπή από την οποία προκύπτουν πάμπολλα ακαδημαϊκά συγγράμματα, τα οποία μάλιστα είναι επίσης υπερτιμολογημένα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον κρατικό προϋπολογισμό (στις χώρες που παρέχουν «δωρεάν» συγγράμματα στους φοιτητές τους) ή για τις πενιχρές οικονομικές δυνάμεις των φοιτητών και των οικογενειών τους. Ουσιαστικά, πρόκειται για παρασιτισμό.

Θα μου πείτε «ωραία, γιατί δεν κινούνται δικαστικά οι φοιτητές;» Προφανώς ξεχνάτε ότι, αν τολμήσει ένας φοιτητάκος να κινηθεί κατά του επιστημονικού του υπευθύνου για οποιονδήποτε λόγο, οι ελπίδες του να προσληφθεί σε οποιοδήποτε ελληνικό ΑΕΙ ή ΤΕΙ απλώς παύουν να υπάρχουν. Σας υπενθυμίζω την ευνοϊκή στάση που τηρούν τα δικαστήρια προς τους καθηγητές, όταν αυτοί βρίσκονται σε διαμάχη με φοιτητές οι οποίοι, στα μάτια του μέσου Έλληνα δικαστή, είναι εξ ορισμού τεμπέληδες, άχρηστοι, κουτοπόνηροι και μικροεκβιαστές.

Κατά τα άλλα, νοιαζόμαστε για την αποφυγή της λογοκλοπής. Έχουμε ολόκληρες βάσεις δεδομένων και εξελιγμένα λογισμικά που συγκρίνουν συγγράμματα, εργασίες κ.ο.κ. για να διαπιστωθεί αν κάποιος έκλεψε από κάποιον άλλο, έστω και εκ παραδρομής (που δεν είναι δύσκολο να σου ξεφύγει κάτι όταν γράφεις μόνος σου μια εργασία των εκατό και βάλε σελίδων). Εφηύραμε το αδίκημα της «αυτολογοκλοπής», δηλαδή το να χρησιμοποιήσεις υπάρχουσα εργασία σου ως βάση για κάποια μελλοντική. Τα πανεπιστήμια εκδίδουν οδηγίες προς τους φοιτητές τους για το πώς θα αποφύγουν την εκ παραδρομής λογοκλοπή στις εργασίες τους. Αλλά με αυτή τη μορφή λογοκλοπής, που είναι μια από τις πιο βάναυσες, καθώς στρέφεται εις βάρος του ασθενέστερου μέλους της έτσι κι αλλιώς ετεροβαρούς και άνισης σχέσης καθηγητή-φοιτητή, δεν ασχολείται κανένας, ενδεχομένως λόγω και της εχθρικής διάθεσης των περισσοτέρων «έγκριτων» ΜΜΕ προς τους φοιτητές που διεκδικούν καλύτερες συνθήκες στις σπουδές τους και καλύτερες προοπτικές μετά από αυτές.

.

Shortlink: http://wp.me/p6dBlh-4K