Epiphone at NAMM 2020: is Gibson slowly making Epiphone its Squier?

Estimated reading time: approximately 2 minutes

Epiphone’s presence at NAMM 2020 marked a change in direction for the once-proud House of Stathopoulo, which is now Gibson’s wallet-friendly subsidiary.  Its portfolio has now been divided into two main lines: «Inspired by Gibson» and «Epiphone Originals». In recent years, and in the run-up to the exhibition, we’ve seen copious amounts of boastful talk about Epiphone’s rich legacy and history. Indeed, besides the obligatory cut-price versions of Gibson designs, we saw Epiphone launch a wealth of very interesting guitars – mostly archtops and acoustics – that were based on its own legacy: Centuries, Zephyrs, Emperors etc.

Epiphone's "Inspired by Gibson" line, revealed at NAMM 2020

Epiphone’s «Inspired by Gibson» line, revealed at NAMM 2020. Image credit: Gibson

However, what we saw at NAMM 2020 tells a different story: very heavy emphasis was placed on the Gibson-derived designs, with Epiphone essentially offering affordable facsimiles of Gibson’s main new models. On the other hand, the models that were designed specifically to be sold as Epiphones were decimated, and so, the «Epiphone Originals» line pales in comparison: gone are te Centuries, Zephyrs, the Rivieras, Casinos, Wilshires, Coronets. Even the Joe Pass Emperor, a longtime stalwart for Epiphone, was axed. At this point, the only Epiphone electric guitar designs that were spared are the DC Pro solid body, the Sheraton II, the Riviera Custom P93 (but not the original Riviera), the Casino Coupe (but not the original Casino), and the Uptown Kat ES, which doesn’t have any roots in Epiphone’s history at all, but instead seems to be an attempt to capitalize on the appeal of Gretsch’s archtops.

As for acoustics, only the Texan and the Excellente remain – everything else is Gibson-derived. I must also note the complete absence of left-handed guitars in Epiphone’s new line-up – at least that’s what the version of the website that’s visible in Greece shows. Perhaps, in its infinite wisdom, Gibson’s management decided it doesn’t want a working-class left-handed clientele, who knows?

So, excuse me while I don’t share everyone’s enthusiasm about Epiphone’s «rebirth» at NAMM 2020. Some of the tackiest construction elements (the fake «one-piece mahogany body» look on SGs and Les Pauls, for instance) still remain, Epiphone’s own designs were mostly thrown out the window, and the brand seems to be eventually put on its way to become Gibson’s Squier – and, unlike Fender (and other brands like ESP, Music Man that also employ cut-price subsidiaries), Gibson doesn’t let it emphasize the family ties by using the Gibson headstock.

Epiphone: of headstocks and veneers

Estimated reading time: approximately 17 minutes

Epiphone, the once-proud House of Stathopoulo, is mostly known for producing affordable guitars – which is by no means a bad thing, in and of itself – with a significant part of its range being cut-price versions of the more desirable, but far more expensive, Gibson models. This leads many people to believe Epiphone is to Gibson what Squier is to Fender, although this does little justice to Epiphone and its history. Another well-known fact is that Epiphone’s versions of the Gibson originals don’t use the Gibson headstock. Also, it’s been quite a few years now that Epiphone Les Pauls and SGs feature veneers on their tops and backs to give the impression of a costlier guitar whose body back or its body, respectively, is made from a single slab of mahogany.

Epiphone Les Paul Standard Plustop

The Epiphone Les Paul Standard Plustop Pro, featuring the «clipped ear» headstock and the veneers on its top and back. Image credit: Epiphone

Setting the record straight

First things first: Epiphone is not Gibson’s Squier. In 1965, Fender had acquired V.C. Squier, a company that was making guitar, violin, and banjo strings and had no guitar-making history at all. On the other hand, when Epiphone was acquired by Gibson, it was a well-respected manufacturer in its own right, with a number of excellent, original and – yes – iconic designs that were preferred by many successful musicians, and it was a very strong competitor to Gibson itself. Even after it was acquired by Gibson, legends like John Lennon, Paul McCartney, and John Lee Hooker opted to use its instruments, and these guys were anything but poor. So, at least historically, Epiphone is a lot more than just a maker of cheap, officially-sanctioned Gibson copies for those who can’t afford the real thing.

Συνέχεια

20/20 Hindsight: Alfa Romeo MiTo

Alfa Romeo Mito side

Πηγή αρχικής εικόνας: PNGriver.com

Ας είμαστε ειλικρινείς: η Alfa Romeo ποτέ δεν το’χε με τα αυτοκίνητα «πόλης». Στην περίοδο του Μεσοπολέμου μάλιστα, αν λέγατε σε κάποιον πως η Alfa Romeo κάποτε θα’βγαζε και τέτοιο μοντέλο, θα έβαζε τα γέλια. Ακόμα και στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, παρά τα πρωτότυπα που παρουσιάζονταν κατά καιρούς, η μικρότερη Alfa Romeo που κυκλοφόρησε στην αγορά ήταν η Alfasud· αυτή τη θυμούνται οι παλιότεροι για τα – ακόμα και σήμερα – αξεπέραστα οδικά χαρακτηριστικά της, την επιεικώς μέτρια ποιότητα κατασκευής της, την πλήρη έλλειψη αντισκωριακής προστασίας και τα πάμπολλα μηχανικά και ηλεκτρολογικά της προβλήματα. Αντίθετα, στα μεσαίου μεγέθους αυτοκίνητα η Alfa τα πήγαινε πολύ καλύτερα.

Φαίνεται λοιπόν πως τα μικρά αυτοκίνητα δεν είναι «μέρος του DNA» της φίρμας με το Biscione. Έτσι, για αρκετούς ήταν έκπληξη η απόφαση για την κυκλοφορία της MiTo. Οι ρίζες όμως της σειράς 955 φαίνεται πως πάνε πίσω στο 2002. Ήταν τότε που ο Paolo Cantarella απολύθηκε από τη θέση του ως CEO της Fiat Auto, μετά από μια σειρά καταστροφικών αποφάσεων στρατηγικού μάνατζμεντ και στρατηγικού μάρκετινγκ (δηλαδή ανάπτυξης προϊόντων), οι οποίες προκάλεσαν ζημίες της τάξης του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ εκείνη τη χρονιά – και οι περισσότερες από αυτές οφείλονταν στο Fiat Stilo.

Συνέχεια

Για τη «δυστυχία» του Λεωνίδα Καβάκου…

Δήλωσε πρόσφατα ο δεξιοτέχνης του βιολιού Λεωνίδας Καβάκος πως ο ΣΥΡΙΖΑ, που «του προκαλούσε δυστυχία», ήταν ο ένας απ’τους δυο λόγους για τους οποίους έφυγε «οριστικά» απ’την Ελλάδα, διαφωνώντας με την πολιτιστική πολιτική του. Επειδή ο κύριος Καβάκος υπηρετεί ένα αδικημένο μουσικό ιδίωμα, με το οποίο η σχέση του ελληνικού κοινού είναι κάπως «περίεργη», πρέπει να επισημάνω μερικές άβολες και δύστροπες αλήθειες, οι οποίες αδιαφορούν παντελώς για το αν είστε ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.

  1. Η Ελλάδα είναι μια χώρα περίπου 10 εκατομμυρίων κατοίκων.
  2. Σε αντίθεση με τις αντίστοιχου πληθυσμού κεντροευρωπαϊκές και βορειοευρωπαϊκές χώρες, πόσο μάλλον με τις πολύ μεγαλύτερες Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Ρωσία, η συμφωνική μουσική δεν έχει βαθιές ρίζες.
  3. Ως εκ τούτου, το ελληνικό κοινό δεν έχει καθόλου την εξοικείωση μ’αυτή τη μουσική που έχει το αντίστοιχο κοινό των χωρών που ανέφερα.
  4. Είτε σας αρέσει είτε όχι, η συμφωνική μουσική δεν είναι η μουσική των «πολλών». Αρέσει κυρίως σε κοινωνικά και οικονομικά στρώματα από μεσοαστικά και πάνω, ενώ υπάρχει μια επέκταση, από πλευράς δημοφιλίας, και στους μικροαστούς των χωρών στις οποίες υπάρχει παράδοση στη συμφωνική μουσική.
  5. Δεν πρέπει εδώ να ξεχνάμε ότι στη σημερινή εποχή η συμφωνική μουσική έχει χάσει τη δημοφιλία της ή, στην καλύτερη περίπτωση, έχει πάψει να μονοπωλεί τις προτιμήσεις μιας μεγάλης μερίδας του κοινού, καθώς τα γούστα των ακροατών άλλαξαν: προτιμούν πιο νεανικά (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ακούσματα, θέλουν τους μουσικούς να έχουν κι άλλους ρόλους στο φαντασιακό και στην κοινωνία, κλπ – κάτι που δύσκολα θα το βρει κανείς στο χώρο της συμφωνικής μουσικής, της οποίας οι λειτουργοί φαντάζουν συχνά στατικοί, ελιτιστές κι απόμακροι σαν τα μέλη της Ακαδημίας των Αθηνών.
  6. Ειδικά στη χώρα μας, λόγω των 4 & 5, τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα. Εδώ συντέλεσαν κι άλλοι παράγοντες:
    1. Η επί Χούντας επιβολή του σκυλομάγαζου και του κάθε απονευρωμένου Δάκη και Τέρη Χρυσού ως «εθνικού τρόπου διασκέδασης της αστικής τάξης και της καθώς πρέπει νεολαίας».
    2. Η βαθιά ριζωμένη απαξίωση του επαγγέλματος του μουσικού («μουσικάντης», «κλαριντζής», πανηγυρτζής» και δε συμμαζεύεται) στην ελληνική κοινωνίας.
    3. Η διπρόσωπη και κομπλεξική στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη συμφωνική μουσική: από τη μια τη λέει «πεθαμενατζίδικη», από την άλλη θαυμάζει μ’ανοιχτό το στόμα όποιον ισχυρίζεται ότι «ακούει μόνο κλασική» και τον νομίζει για τέρας μορφώσεως και καλλιέργειας.
    4. Ο αφόρητα ενοχλητικός, αυταρχικός και φορτικός τρόπος με τον οποίο το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τα ωδεία έκαναν τελικά γενιές ολόκληρες να μισήσουν τη συμφωνική μουσική (ελπίζω ο Czerny να μπήκε επιτέλους στο μουσείο).
  7. Η ελληνική αγορά είναι σαφέστατα πολύ περιορισμένη και δε μπορεί να συντηρήσει αξιοπρεπώς έναν καλλιτέχνη ή ένα ομαδικό σχήμα (τρίο, κουαρτέτο, κουιντέτο κλπ) μόνο με πωλήσεις δίσκων. Ακόμα και με σχέση μισθωτής εργασίας, τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά. Άρα, ένας καλλιτέχνης που θέλει το κάτι παραπάνω από οικονομικής πλευράς, πρέπει εκ των πραγμάτων να κοιτάξει προς τα έξω. Και γι’αυτό, άριστα έπραξε κι ο κύριος Καβάκος εδώ και αρκετά χρόνια κι ακολούθησε μια πιο εξωστρεφή πορεία, η οποία μάλιστα του έδωσε και τα οικονομικά αποτελέσματα εκείνα που του επέτρεψαν ν’αποκτήσει ορισμένα διάσημα βιολιά (η Wikipedia αναφέρει πως έχουν περάσει απ’τα χέρια του ορισμένα Stradivarius, ένα εκ των οποίων εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί).

Αυτοί όμως οι παράγοντες προϋπήρχαν του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν τους δημιούργησε ο Τσίπρας, ούτε η Δούρου, ούτε ο Φίλης, ούτε ακόμα κι η Κονιόρδου, για της οποίας τις πολιτικές επιλογές έχω πάμπολλες ενστάσεις. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε επίσης ότι, ακόμα κι αν οι υπουργοί Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ υιοθετούσαν 100% τις προτάσεις του κυρίου Καβάκου, θ’αργούσαν να έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, ακριβώς λόγω των παραγόντων που προανέφερα. Για να καλλιεργηθεί η αγάπη για τη συμφωνική μουσική χρειάζεται πολύς χρόνος, πολλή επιμονή και συστηματική προσπάθεια από σειρά τουλάχιστον πέντε διαδοχικών κυβερνήσεων που θα εξαντλούσε η καθεμιά την τετραετία της και θα κρατάγανε μια σταθερή γραμμή.

Επίσης, σε μια κοινωνία που έχει καταρρεύσει οικονομικά και πολιτικά και στην οποία ένα μεγάλο μέρος έχει τεθεί σε κατάσταση βαθύτατης ένδειας, η συμφωνική μουσική δεν είναι προτεραιότητα, είτε μας αρέσει είτε όχι – πρώτα θα κοιτάξεις να βοηθήσεις τους εξαθλιωμένους και τους αποκλεισμένους και μετά βλέπουμε για τα υπόλοιπα. Επίσης, προ ΣΥΡΙΖΑ έφυγαν (οριστικά) στο εξωτερικό για να γλιτώσουν από την άθλια εργασιακή, οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας, η οποία διολισθαίνει κάθε μέρα πιο βαθιά στο βούρκο, πάνω από 500.000 προσοντούχοι νέοι Έλληνες. Κανείς δεν ενδιαφέρεται όμως για το τι έχουν να πουν αυτοί για τις παρατάξεις που τους οδήγησαν να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους.

Με δεδομένο πως ο κύριος Καβάκος δήλωσε ότι «λόγω ΣΥΡΙΖΑ» έφυγε «οριστικά». Τώρα πια δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ (που φταίει για όλα και του φέρνει «δυστυχία»…) στην εξουσία. Φαντάζομαι πως με την τωρινή διακυβέρνηση θα μπορούσε να έχει μια πολύ καλύτερη συνεργασία, οπότε το «οριστικά» θα μπορούσε να μην είναι και τόσο «οριστικά», χώρια που οι ανασταλτικοί για το μουσικό ιδίωμα του κυρίου Καβάκου παράγοντες, όπως προανέφερα, προϋπήρχαν και δεν πρόκειται ν’αναιρεθούν για πολύ καιρό ακόμα. Συνεπώς, δε μπορώ να δεχτώ ότι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που τον έκανε να φύγει «οριστικά» απ’την Ελλάδα. Όσον αφορά τώρα τον καθένα που παίρνει αυτές τις δηλώσεις του κι υπερθεματίζει, δε μπορώ να τον πάρω στα σοβαρά – και δε λυπάμαι καθόλου γι’αυτό.

Το βιογραφικό του συμμαθητή

Ο Α.Τ. είχε γενικά τη φήμη ιδιότροπου και δύσκολου ανθρώπου, που αποτραβιόταν κι έμενε μακριά απ’όλους. Ήταν απ’αυτούς που δεν είχαν κρατήσει φίλους και κολλητούς απ’τα παλιά – μ’όλους του σχεδόν τους συμμαθητές είχε χαθεί και έτρεμε να τους συναντήσει. Ποιος ήξερε – έλεγε μέσα του – τι φρούτα θα’χουν καταντήσει και τι φρίκη θα’τρωγε όταν θ’αντάλλαζε δυο κουβέντες μαζί τους;

Καμιά φορά, η περιέργεια τον κυρίευε κι εντόπιζε, είτε στα σόσιαλ μύδια είτε αλλού, παλιούς συμμαθητές, παλιές συμμαθήτριες, και πάντα το σκυλομετάνιωνε που κοίταζε τα προφίλ τους. Να, σαν τις προάλλες που’τυχε να δει το επαγγελματικό site ενός παλιού συμμαθητή του που τότε στις Πανελλήνιες, είκοσι χρόνια πριν, είχε περάσει Ιατρική. Το διάβασε και βάραγε το κεφάλι του στον τοίχο.

Στο βιογραφικό του ο γιατρός καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι που τέλειωσε το λύκειο μ’εικοσάρι ολοστρόγγυλο, λες κι είχε αυτό καμία σημασία για τη μετέπειτα ζωή και καριέρα του. Καμάρωνε για κάτι φοιτητικούς διαγωνισμούς πάνω στο γνωστικό του αντικείμενο, στους οποίους διακρίθηκε. Καμάρωνε που είχε πάρει υποτροφία απ’το ΙΚΥ κι απ’την υπηρεσία που δούλευε ο μπαμπάς του. Καμάρωνε που τέλειωσε το προπτυχιακό με άριστα, δηλαδή λίγο πάνω απ’το οχτώμισι. Καμάρωνε που έκανε μεταπτυχιακό, που έκανε αγροτικό, που έκανε ειδικότητα, που έκανε εξειδίκευση.

Δεν έγραφε όμως πουθενά για συμμετοχές σ’επιστημονικά συνέδρια, για δημοσιεύσεις και μονογραφίες πάνω στ’αντικείμενό του, για συμμετοχή του σε επιστημονικές επιτροπές ή για ερευνητικά έργα. Αυτές οι αναφορές ήταν θαμμένες κάπου εκεί που στους πίνακες του Bob Ross κρύβονταν οι σκίουροι που ερωτοτροπούσαν. Ίσως γιατί, όπως αποδείχτηκε τελικά, οι δημοσιεύσεις μετριόντουσαν στα δάχτυλα του ενός χεριού – κι αυτό ελαφρά κουτσουρεμένο. Πρώτη μούρη στο CV ήταν μονάχα κάτι χαζά και μισά , κάτι υποψηφιότητες δημοτικού και κοινοτικού συμβούλου, κάτι ημερίδες και σεμινάρια σε ΙΕΚ και φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κάτι αρθρογραφίες σε τοπικές εφημερίδες κι εμφανίσεις σε τοπικά κανάλια.

Το χτύπημα το τελειωτικό ήταν εκεί που διάβασε πως ο παλιός του συμμαθητής καμάρωνε για την ιδιότητά του ως μέλους της MENSA. Αυτής ντε της – καθόλου ρατσιστικής – οργάνωσης όπου μαζεύονται διάφοροι με υψηλό IQ κι αλληλοσυγχαίρονται για το πόσο υπεργαμάτοι είναι και μεθάνε απ’την ανωτερίλα τους, αφού δεν είναι σαν τους καθυστερημένους μπυθουλαίους.

«Δεν πα’στο διάολο», είπε ο Α.Τ. κι έκλεισε την καρτέλα του browser, διαγράφοντας και το ιστορικό.

«Ευρωμεταρρύθμιση» για τα πνευματικά δικαιώματα: οι αρνητικές επιπτώσεις του Άρθρου 17 (πρώην 13) στις νεοφυείς επιχειρήσεις

Στα προηγούμενα άρθρα μου έχω ήδη εξηγήσει τις επιπτώσεις που θα έχει η οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα πνευματικά δικαιώματα στην ελευθερία του Τύπου και στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης. Έχω εξηγήσει ότι υποδουλώνει τους μικρούς δημιουργούς στους μεσάζοντες: εκδότες, εισπρακτικές εταιρείες, αλλά και μας εκθέτει όλους στις ορέξεις του κάθε εκβιαστή που, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν υπάρχει ποτέ καμία απολύτως κύρωση για όσους κατά συρροή, κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα υποβάλλουν ψευδείς και καταχρηστικές καταγγελίες προσβολής πνευματικής ιδιοκτησίας, συχνά με σκοπό την απόκρυψη από το κοινό αρνητικών κριτικών.

Συνέχεια